Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Β ΄ Γυμνασίου : Ύλη Εξετάσεων (Λογοτεχνία)



Νεοελληνική Λογοτεχνία

  1. «Από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ»,  Άννα Φρανκ (σελ.48)

  1. «Αναμνήσεις της Κωνσταντίνας από τη Γερμανία», Άλκη Ζέη (σελ.148)

  1. «Να ΄σαι καλά, δάσκαλε!», Γιώργος Ιωάννου, (σελ. 32)

  1. «Για τον όρο μετανάστες», Μπέρτολτ Μπρεχτ (σελ. 139)

  1. «Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν», Έλλη Αλεξίου (σελ.194)

  1. «Γιατί;», Γιάννης Μαγκλής, (σελ.170)

  1. «Γραφείον ευρέσεως εργασίας», Μένης Κουμανταρέας (σελ. 210)

  1. «Ένας αριθμός», Άντον Τσέχωφ (σελ. 106)


Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Ύλη Εξετάσεων (Λογοτεχνία - Αρχαία) Γ΄ Γυμνασίου





Νεοελληνική Λογοτεχνία

  1. «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», Δ. Σολωμός (σελ.61)

  1. «Όσο μπορείς» Κ.Π.Καβάφης (σελ. 121)

  1. «Ο κακός μαθητής», Α.Λασκαράτος (σελ.66)

  1. «Ο Παχύς και ο Αδύνατος», Α.Τσέχωφ (σελ.106)

  1. «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», Ν.Καζαντζάκης (σελ. 164)

  1. «Ζητείται ελπίς», Α.Σαμαράκης (σελ.235)

Από το βιβλίο «Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» οι σελίδες 63-65 και 105-106.




Αρχαία Ελληνική Γλώσσα

  • Ενότητα 2 ( Β, Γ : μόνο τα παραθετικά των επιθέτων, χωρίς την κλίση τους)

  • Ενότητα 3 (Γ : Α΄τάξη συνηρημένων ρημάτων μόνο στην ενεργητική φωνή)

  • Ενότητα 4 (ολόκληρη : Α, Β, Γ )

  • Ενότητα 6 (Α, Β, Γ : όλα εκτός της οριστικής αντωνυμίας)

  • Ενότητα 7 (μόνο το Β μέρος)

  • Ενότητα 8 (Α, Β, Γ : εκτός από τον Β΄παθητικό μέλλοντα και αόριστο και τις αυτοπαθητικές αντωνυμίες)

  • Ενότητα 9 (ολόκληρη : Α , Β, Γ)

  • Ενότητα 10 (Β, Γ )

  • Ενότητα 11 (μόνο το Γ μέρος)

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ : ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ

Το κείμενο του σχολικού βιβλίου είναι απόσπασμα από τον πρώτο τόμο του αυτοβιογραφικού έργου Πρώτες ενθυμήσεις Με τον όρο αυτοβιογραφία χαρακτηρίζουμε συνήθως ένα συνεχές αφηγηματικό κείμενο, στο οποίο ένας άνθρωπος γράφει ο ίδιος την ιστορία της ζωής του (ή ενός μέρους της).
Η αυτοβιογραφία πρέπει να διακρίνεται απ' τα απομνημονεύματα, όπου πάνω απ' όλα δίνεται έμφαση στη συμμετοχή του συγγραφικού υποκειμένου σε σημαντικά γεγονότα της εποχής του (π.χ. τα απομνημονεύματα των πολεμιστών του 1821, εκτός του ότι δεν είναι πάντα γραμένα από τους ίδιους, δεν αναφέρονται τόσο στη ζωή των ηρώων αυτών όσο στη συμμετοχή τους στον Αγώνα για τηνανεξαρτησία).
Επίσης με την αυτοβιογραφία συγγενεύει και το ημερολόγιο, με τη διαφορά ότι το τελευταίο είναι ένα κείμενο χωρίς ιδιαίτερη συνοχή, που συνήθως γράφεται με μικρή ή μηδαμινή χρονική απόσταση από τα συμβάντα που περιγράφει.
Η αυτοβιογραφία, αντίθετα, στις περισσότερες περιπτώσεις γράφεται σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο από τα όσα εξιστορεί και σ' αυτό οφείλει τουλάχιστον ένα μέρος της λογοτεχνικότητάς της.Η λογοτεχνική της αξία εξαρτάται από το αυτοβιογραφούμενο πρόσωπο και τις προθέσεις του.
«Αυτοβιογραφούμαι σημαίνει υπακούω στο παιδί που ζει μέσα μου και που δε λέει να μεγαλώσει».
Στην αυτοβιογραφία συγγραφέας, αφηγητής, πρωταγωνιστής ταυτίζονται.

ΘΕΜΑ του αποσπάσματος:
Η συγγραφέας περιγράφει την εικόνα της πατρικής μορφής, όπως αυτή χαράχτηκε στη μνήμη και τη συνείδηση της κόρης. Ταυτόχρονα δηλώνονται και τα αντιφατικά συναισθήματα της κόρης :ο  φόβος και ο θαυμασμός για την γοητευτική παρουσία και δίκαιη συμπεριφορά του πατέρα.
ΔΟΜΗ του κειμένου:
1η ενότητα:«Τον πατέρα… μεγάλη αγάπη της ζωής μου».Η μορφή και η συμπεριφορά του πατέρα καθώς και τα συναισθήματα που ενέπνεε στον κόσμο.
2η ενότητα: <<θυμούμαι μια μέρα.. μα θεότης». Η λεπτομέρεια της καθημερινότητας που απέδειξε την ψυχική ανωτερότητα του πατέρα.

Η παρουσίαση του πατέρα(μέσα από την περιγραφή και τα σχόλια της κόρης, αλλά και μέσα από τις πράξεις του): Δίνεται η συνολική εικόνα με σχόλια όπως επιβλητική παρουσία, μεγαλείο, ομορφιά ,το ψηλό δεμένο αλλά λεπτό κορμί του
Στη συνέχεια δίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του: πυκνά,σγουρά μαύρα μαλλιά του, τα γένια του,τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια του.
Ο χαρακτήρας του πατέρα: Απρόσιτος «ως το τέλος της ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος».
Βίαιος και θυμώδης(αυτός που θυμώνει εύκολα):θυμούμαι… την βία να εξαφανιστούμε, μη μας βρει καμιάν αιτία για κατσάδα ή μπάτσο. Μας μπάτσιζε ο πατέρας κάποτε
Αυθαίρετος και κοτζάμπασης(αυταρχικός): Εκείνο που ήθελε το ήθελε και το επέβαλλε. Διέταζε. Και οι άλλοι υπήκουαν. Επιβάλλουνταν. Και οι άλλοι υποχωρούσαν. Ήταν αφέντης. Κάποτε τύραννος.
Τυραννικός:Μου επθιβλήθηκε πάντα και με τυράννησε,ξέροντας και μην ξέροντας.Και ως το τέλος βάρυνε η θέληση και η τυραννία του στη ζωή μου.
Ευγενικός:Μα ήταν βαθιά ευγενής
Έντιμος και ακέραιος χαρακτήρας: Και ήταν τίμιος στη σκέψη όσο και στις δοσοληψίες
Ειλικρινής ,υπερήφανος ίσιος,αλύγιστος
Ευσυνείδητος: αμείλικτος στο ζήτημα συνείδηση
Γενναιόδωρος και με κατανόηση για τους άλλους: «Ωχ, καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό του;»

Τα συναισθήματα της αφηγήτριας: "ο αυτοβιογραφικός μονόλογος της Πηνελόπης Δέλτα φανερώνει περισσότερα για το δικό της τραυματισμένο ψυχισμό παρά για την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των προσώπων για τα οποία γίνεται λόγος".
Δύο αντίρροπες οπτικές αναπτύσσονται παράλληλα για να συνθέσουν την εικόνα της μυθικής μορφής του πατέρα:
ο φόβος( τον φοβούμαστε πάρα πολύ, τον τρέμαμε) για την τυραννική και αυταρχική μορφή του πατέρα που συχνά δημιουργεί το αίσθημα της ντροπής, του εξευτελισμού  καθώς και ο θαυμασμός για την επιβλητική παρουσία και την εντιμότητα και ακεραιότητα του χαρακτήρα του όπως φάνηκε στο περιστατικό με το στρειδά ( «Ωχ, καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό του;», καλόβουλα είπε ο πατέρας).
Το περιστατικό αυτό αποτέλεσε μάθημα ανθρωπιάς, τη δίδαξε ότι δεν πρέπει να κοιτάμε μόνο το δικό μας συμφέρον και μάλιστα σε βάρος του άλλου που δίνει τον αγώνα του μεροκάματου αλλά να νοιώθουμε την ανάγκη του άλλου να ζήσει, να βγάλει το ψωμί του, να πληρωθεί η εργασία του κατά την αξία της.
Το περιστατικό από την καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας της αφηγήτριας εγγράφεται στη συνείδησή της ως αδιάσειστο τεκμήριο της ηθικής ανωτερότητας του πατέρα της, στοιχείο που τον αναδεικνύει σε θεότητα απλησίαστη,  την τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής της. Μέσα της συνυπάρχει η μεγάλη αγάπη, η λατρεία, μαζί με την παραδοχή της βαριάς τυραννίας του πατέρα στη ζωή της κόρης, αλλά πάνω απ´ όλα η ανάγκη να φανερώσει τον δικό της τραυματισμένο ψυχισμό.
Το ξύλο ως παιδαγωγικό μέσο: Οι γονείς θεωρούσαν ότι το ξύλο και ο συνακόλουθος πόνος που προκαλεί θα μπορούσε να νουθετήσει τα παιδιά τους διδάσκοντας το καλό και αποτρέποντας τα από το κακό. Η σωματική τιμωρία ήταν συχνή τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο από τους δασκάλους.
Η αφηγήτρια και τα αδέλφια της δέχονται το ξύλο από τη μητέρα ως κάτι αυτονόητο χωρίς να δυσανασχετούν και χωρίς να επηρεάζονται τα συναισθήματα τους απέναντί της (η μητέρα,που ζούσε στο σπίτι μας τιμωρούσε συχνότερα και ευκολότερα)
Τα συναισθήματα που προκαλούσε το ξύλο που έδινε ο πατέρας ήταν πολύ διαφορετικά (Οι μπάτσοι στο πρόσωπο ήταν συχνοί, δίνουνταν εύκολα και θυμούμαι ακόμα τώρα το αίσθημα της ντροπής, του εξευτελισμού, όσο και της ζάλης που ακολουθούσε κάθε μπατσιά, που πηγαινοέφερνε το μυαλό μας).

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ:
Στην «αυτοβιογραφία» ο συγγραφέας, ο αφηγητής, ο πρωταγωνιστής συμπίπτουν.
Ο αφηγητής είναι πρωτοπρόσωπος (αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο), ομοδιηγητικός, δραματοποιημένος (συμμετέχει στα γεγονότα που αφηγείται).
Η εστίαση είναι εσωτερική(αφηγητής = πρόσωπα).
Η πρόσληψη των γεγονότων γίνεται από την παιδική συνείδηση  και η καταγραφή τους από την ώριμη συγγραφέα και έτσι η αφήγηση αποτελεί αναδρομή στο παρελθόν(Θυμούμαι την επιβλητική του παρουσία….. Θυμούμαι μια μέρα….)
Η αφήγηση είναι γεμάτη σχόλια και αξιολογικές κρίσεις(Ήταν αφέντης. Κάποτε τύραννος. Μα ήταν βαθιά ευγενής) καθώς και πολλά περιγραφικά στοιχεία(λεπτό κορμί, σγουρά μαλλιά κ.ά.).
Οι χρόνοι της αφήγησης είναι παρελθοντικοί. Στη 1η ενότητα χρησιμοποιείται κυρίως ο Παρατατικός (δείχνει την επανάληψη κατά το παρελθόν, ν φορές στηνΙστορία,1 φορά στην αφήγηση, θαμιστική αφήγηση).Στη 2η ενότητα στο περιστατικό με το στρειδά, χρησιμοποιείται ο Αόριστος (το μοναδικό γεγονός: μέτρησε, της είπε, ήταν)
Η ενσωμάτωση των λόγων του πατέρα στο τέλος της 1ης παραγράφου(Έ,κάτι εδώ;….)προσθέτει ζωντάνια και δραματικότητα στην αφήγηση.
Στη 2η ενότητα η αφήγηση δίνει τη θέση της στο ζωντανό και παραστατικό διάλογο του πατέρα με τη μητέρα
«Τον πλήρωσες;», ρώτησε η μητέρα, σαν μπήκαμε στην τραπεζαρία.
«Ναι».
«Πόσες δωδεκάδες;»
«Τόσες». Και της είπε.
«Και πόσα τα πλήρωσες;»
«Έξι γροσάκια τη δωδεκάδα».
«Καημένε Μανόλη! Τέσσερα είναι η τιμή τους».
«Είναι μεγάλα και πολύ φρέσκα».
«Άσχημα έκανες! Πολύ άσχημα! Έτσι τον κακομαθαίνεις, και θα γυρεύει στο μέλλον πάντα έξι γρόσια!»
«Ωχ, καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό του;», καλόβουλα είπε ο πατέρας.
Αναφορικά με το χώρο δεν έχουμε συγκεκριμένες αναφορές παρά μόνο στην αρχή του αποσπάσματος(«σαν έμπαινε στο σπίτι»)και στη 2η ενότητα ( «στο καινούριο,δικό μας σπίτι»)
Ως προς το χρόνο των γεγονότων: είναι αόριστα η παιδική ηλικία της Πηνελόπης Δέλτα. Υπάρχει μια χρονική μετατόπιση στο τέλος της 2ης ενότητας (Αργότερα τον γνώρισα και τον εξετίμησα.Ως το τέλος της ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος)   όπου τα συγκεκριμένα σχόλια δείχνουν να διατρέχουν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μεταγενέστερο από τα παιδικά χρόνια της ηρωίδας.

ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
Συχνή εναλλαγή επαυξημένων  και σύνθετων  προτάσεων  με κοφτές ή ελλειπτικές προτάσεις:O πατέρας ήταν βίαιος, θυμώδης*, αυθαίρετος, κοτζάμπασης*. Διέταζε.Και οι άλλοι υπήκουαν. Και οι άλλοι υποχωρούσαν.
Η έναρξη αρκετών προτάσεων με το και (προσθήκη) δημιουργεί ιδιαίτερο ύφος: Και ήταν ειλικρινής, και ήταν υπερήφανος, ίσιος, αλύγιστος, αμείλικτος στο ζήτημα «συνείδηση». Και ως το τέλος βάρυνε η θέληση και η τυραννία του στη ζωή μου. Και όμως έμεινε η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου. Και αφού γέμισε η πιατέλα, τα μέτρησε ο πατέρας, μέτρησε πόσα είχε φάγει και του τα πλήρωσε έξι γροσάκια* τη δωδεκάδα, αντί τέσσερα που τα πλήρωναν άλλη φορά. Και λάτρεψα τον πατέρα μου σαν κάτι ανώτερο
Σχήματα λόγου(ενδεικτικά):
Παρομοιώσεις:Σαν λατρεία, σαν θρησκεία, σαν κάτι ανώτερο
Το ασύνδετο: υπερήφανος, ίσιος,  αλύγιστος, αμείλικτος.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Η μεταμφίεση (Ελένη, ή ο Κανένας), Ρέα Γαλανάκη

  • Το απόσπασμα προέρχεται από το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος Ελένη, ή ο Κανένας (1998) της Ρέας Γαλανάκη. Το έργο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη και σε 24 κεφάλαια, θυμίζοντας τις 24 ραψωδίες του καθενός από τα ομηρικά έπη. Ωστόσο και η Λεξη «Κανένας» του τίτλου παραπέμπει στην Οδύσσεια, όπου ο Οδυσσέας συστήθηκε στον Πολύφημο με αυτό το όνομα, αλλά και το όνομα της ηρωίδας παραπέμπει στην Ιλιάδα, αφού για κάποιαν άλλη Ελένη έγινε ο Τρωικός πόλεμος.
  • Η υπόθεση στηρίζεται σε μια πραγματική ιστορία και είναι η μυθιστορηματική βιογραφία της Ελένης Αλταμούρα-Μπούκουρα, της πρώτης σπουδασμένης Ελληνίδας ζωγράφου (η συγγραφέας συνδυάζει το ιστορικό και το βιογραφικά υλικό με καθαρά μυθοπλαστικά στοιχεία).

Η ίδια η συγγραφέας, Ρέα Γαλανάκη, μιλώντας για το έργο της σε ένα τμήμα μαθητών της Γ΄ τάξης στο Πειραματικό Γυμνάσιο Ηρακλείου, στις 30 Μαρτίου 2009, εξήγησε πώς συναντήθηκε με την Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα. 


Ερ.: Ειδικά για το μυθιστόρημα “Ελένη”... υπάρχουν κοινά σημεία της ζωής, αλλά και της πνευματικής πορείας της πρωταγωνίστριας του μυθιστορήματος, της Ελένης Μπούκουρα με σας τη συγγραφέα του; Συγκεκριμένα έχετε κάνει τη δική σας επανάσταση στα νεανικά σας χρόνια;

Ρέα Γαλανάκη: Αν δεν υπάρχει κάτι μέσα μας που να κάνει ένα κλικ δεν μας ενδιαφέρει. Στη ζωή αυτής της γυναίκας είδα κάποια στοιχεία. Δεν ήταν η εποχή της ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Η γυναίκα που θέλει να κάνει τέχνη και τότε και τώρα έχει να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες. Η Ελένη αποτελεί ένα συγκινητικό παράδειγμα. Ήθελε να σπουδάσει και στα μέσα του 19ου αιώνα δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες να σπουδάζουν στην Ελλάδα. Το πάθος της για ζωγραφική, το τι μηχανεύτηκε για να μπορέσει να σπουδάσει ήταν μια εντυπωσιακή υπόθεση. 

Ερ. Ο τίτλος λοιπόν από μόνος του παραπέμπει και στη χρήση μυθοπλαστικών στοιχείων; Θα θέλαμε να μας εξηγήσετε κατά πόσον κάνατε χρήση πέραν των καθ’αυτό ιστορικών μαρτυριών για τη ζωή της ζωγράφου, αν αξιοποιήσατε και τα παραπάνω μοτίβα από τη μυθολογία;

Ρέα Γαλανάκη: Πολύ σωστή επισήμανση. Κάποιες πινελιές από την Οδύσσεια.

Στην εφημερίδα Καθημερινή, ένα άρθρο με τίτλο “Η δική μου Ελένη” αναφέρω ότι ο Δούρειος Ίππος ήταν ένα τέχνασμα· η Ελένη μπήκε στα ανδρικά ρούχα όπως οι Έλληνες στο Δούρειο Ίππο για να εκπορθήσουν την Τροία. Η Ελένη παύει να είναι η Ελένη Μπούκουρα. Είναι το φοβερό “Κανένας”. Είναι η Οδύσσεια μιας γυναίκας (πολύ χονδροειδώς βέβαια).

Ερ. Ανταποκρίνεται και στη σύγχρονη πραγματικότητα για τη θέση της γυναίκας, ο συμβολισμός του τίτλου που επιλέξατε: “Ελένη ή ο Κανένας”; Λειτουργεί η Ελένη Μπούκουρα ως σύμβολο και για τις γυναίκες που αγωνίζονται προκειμένου να κατακτήσουν “την ισοζυγία δυνάμεων” σε όλους τους τομείς της οικογενειακής και επαγγελματικής της ζωής (σταδιοδρομία);

Ρέα Γαλανάκη: Τα πράγματα για τις γυναίκες είναι πολύ καλύτερα σήμερα. Η Μπούκουρα αποτελεί ένα συγκινητικό παράδειγμα ανθρώπου που μπόρεσε να καταφέρει αυτό που ήθελε αν και του ανατράπηκε η ζωή αργότερα. Να έχει τη στιγμή που πρέπει τη δυνατότητα να κάνει αυτό που θέλει να πετύχει τον στόχο της. Ακόμη επικρατούσε ο απόηχος της ελληνικής επανάστασης. Ένα από τα μηνύματα του Διαφωτισμού ήταν η ισότιμη σχέση της γυναίκας και του άνδρα. Ο πατέρας της είχε υπόψη του ό,τι έλεγε ο Ρήγας Φεραίος. Τη βοήθησε ο πατέρας της. Τα στερεότυπα είναι λίγο πιο ελαστικά εκείνη την εποχή.


Θέματα του αποσπάσματος
  • Η προσωπικότητα της τολμηρής και μορφωμένης ζωγράφου, η οποία μεταμφιέστηκε σε άντρα για να μπορέσει να πραγματοποιήσει το όνειρό της, δηλ. να σπουδάσει ζωγραφική στη Σχολή των Ναζαρηνών ζωγράφων  στην Ιταλία, η οποία δεχόταν μόνον άνδρες .
  • Πρότυπο της Ελένης είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η επιφανέστερη γυναικεία μορφή του Αγώνα του 1821, η Σπετσιώτισσα κυρά, που, για τον έρωτα της ελευθερίας και αγνοώντας τις κοινωνικές συμβάσεις ,όσο βρισκόταν πάνω στο πλοίο, πετούσε τα γυναικεία ενδύματα και μεταμορφωνόταν σε δυναμικό άντρα: "με γυναικεία ενδύματα δεν μπαίνει άνθρωπος στην πράξη του πολέμου. Oύτε τα όπλα του χειρίζεται σωστά ούτε και σκέφτεται σωστά. Και το χειρότερο, με τα παράταιρα γυναικεία ρούχα έδινε στόχο στον εχθρό σέρνοντας γρουσουζιά στους δικούς του. Άρα, συμπέραιναν δίχως βέβαια να την έχουν δει σε ώρα μάχης, η Λασκαρίνα ανέβαινε στα πλοία και κατέβαινε με τις φούστες της και με τις χρυσές μαντίλες, ενόσω όμως έκανε κουμάντο, δεν μπορεί παρά να βρισκότανε μέσα σε αντρίκεια φορεσιά."



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ο έρωτας για τη ζωγραφική – τα εμπόδια 


Η μανία της να ζωγραφίζει δεν είχε καμιά σχέση με τη διδασκαλία του διακοσμητικού σχεδίου και με την υποταγή, που απαιτούνε τα χειροτεχνήματα των κοριτσιών, των προορισμένων για κυρίες της Αυλής ή και συζύγους πλούσιων αστών, των προορισμένων πάνω απ' όλα για μητέρες αγοριών. Η Ελένη έπρεπε να τιμωρηθεί, γιατί συνέχιζε να ζωγραφίζει όχι μονάχα στα διαλείμματα, μα και μέσα στην τάξη, κατά την ώρα του μαθήματος. Όμως κάθε πάθος, κατά τα λεγόμενα των διδασκάλων, συγκροτεί αργά και σταθερά παρέκκλιση. Και μια παρέκκλιση θα έβλαπτε την ίδια, την αγωγή των υπολοίπων δεσποινίδων και τη φήμη του σχολείου. Ήδη είχε αγνοήσει τόσες και τόσες υποδείξεις, ότι μόνον κατά την ώρα της ιχνογραφίας μπορούσε ακίνδυνα να αντιγράφει τα αντικείμενα, που η καθηγήτρια τοποθετούσε πάνω στην έδρα για να φαίνονται καλά, λόγου χάριν ένα άδειο βάζο ή έναν χαρτονένιο κύβο. Οι δεσποινίδες όφειλαν να ζωγραφίζουν μόνον αυτά που η δασκάλα τούς επέτρεπε να δουν, και με τον τρόπο ακριβώς που τους τα έδειχνε. Η νεαρή Ελένη έπρεπε εφεξής να απέχει από την παρατήρηση και αποτύπωση των κοριτσίστικων σωμάτων στα διαλείμματα, κι απ' όλα αυτά τα άδολα δήθεν δώρα, πράξεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ακόμη και ως μια πρόωρη αιχμαλωσία της στο δόλο σαρκικών αμαρτημάτων.

Η Ελένη δεν καταδέχτηκε να κλάψει όσο κράτησε η τιμωρία, που η ταπείνωση έκανε πιο αργό και πιο αβάσταχτο τον χρόνο της. Τότε όμως αποφάσισε ότι θα γίνει οπωσδήποτε ζωγράφος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να μείνει διά βίου διαφορετική από τα συνομήλικα κορίτσια και από τις γυναίκες του σογιού της. Να στηριχτεί στα ένοχα για τους πολλούς, αθώα για την ίδια, πλην όμως ανεξερεύνητα ακόμη καλέσματα και ηδονές της τέχνης. Να μην παντρευτεί, να μη γεννήσει, να μην έχει έρωτα πάρεξ για τη ζωγραφική. Να μην υπακούσει στο σχολείο. Να διακυβεύσει τη μορφή μιας διαφορετικής Ελληνίδας, αφού στην καρδιά της δεν μπορούσε να συνδέσει αυτή την απαιτητική, τη χαρισματική λέξη με την υπόδουλη ζωή των γυναικών σε γάμο, σε μικρά παιδιά, σε υποχρεώσεις προς τους ασθενείς και προς τους πεθαμένους. Ορκίστηκε με την μπέσα της μητρικής της γλώσσας πως μόνο ο θάνατος θα εμπόδιζε το χέρι της να ζωγραφίζει, ενώ το περήφανο, κι έτσι στο τέλος ανυπάκουο μυαλό της, πήγε στη ναυτική σημαία του πατέρα της, που έγραφε στα ελληνικά Ελευθερία ή Θάνατος] Κάλεσε ως εγγυητή του όρκου τη Μεγάλη τους Κυρά. Άκουσε αμέσως φλοίσβο. Μόλις πρόφτασε να τη δει που διέσχιζε την τάξη, μια ηλιαχτίδα που ανακλάται σε μικρό γυαλί και περπατά επάνω στο υδρόχρωμα ενός τοίχου……

Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Ιταλό ζωγράφο Ραφαέλο Τσέκολι
Εκεί άλλωστε βρήκε [Ο Ιωάννης Μπούκουρης, πατέρας της Ελένης], χωρίς να χρειαστεί να ψάξει, τον Ιταλό ζωγράφο Τσέκολι για να του ζητήσει να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στην κόρη του Ελένη. Του διηγήθηκε τι είχε ακούσει από τη διευθύντρια του σχολείου, όταν τον κάλεσε να του μιλήσει. Του είπε πως η κόρη του έκλεβε τα αποκέρια και πως έκανε τη νύχτα μέρα ζωγραφίζοντας στα θεοσκότεινα, την ώρα που κανονικά έπρεπε να κοιμάται. Αξιόμεμπτη δεν ήταν όμως μόνο η κλοπή, μα και η ανταρσία της κοπέλας, που την έφερνε να ζει με εικόνες και οράματα, ενώ όλα τούτα τα υπερβολικά και άταχτα της είχαν βέβαια απαγορευτεί. Τα υπόλοιπα κορίτσια τη φοβόντουσαν πια και τη νόμιζαν μάγισσα. Άλλωστε, όπως θα έβλεπε και μόνος του, η αρρώστια της ζωγραφικής και η έλλειψη ύπνου είχαν αδυνατίσει την Ελένη. Κάθε πρωί που έμπαινε στην τάξη έμοιαζε σαν να βγαίνει από μεγάλη ταραχή. Χλομή και νευρική, κοιμόταν πάνω στα θρανία, αυτή η άριστη πριν λίγο καιρό σε όλα τα μαθήματα.
Ο Ιωάννης Μπούκουρης συνέχισε λέγοντας στον Τσέκολι ότι, αφού είχε συζητήσει με την κόρη του, αποφάσισε να κάνει αυτό ακριβώς που θα είχε κάνει και για τον εαυτό του. Κατάλαβε πως η αγάπη που είχε η Ελένη στη ζωγραφική έμοιαζε με το δικό του πάθος για τα θαλασσινά ταξίδια. Κάτι που δεν τιμωρείται, είχε τη γνώμη, αφού δεν είχε αμαρτία. Κι όπως αυτός ήθελε να συνεχίσει με τον δικό του τρόπο τα ταξίδια, σκέφτηκε χωρίς να το πει στον Τσέκολι, έπρεπε και η Ελένη του να συνεχίσει τη ζωγραφική της. Ανακοίνωσε στον Ιταλό ζωγράφο την απόφαση να συνεχίσει τη ζωγραφική της εκτός σχολείου, από το οποίο σύντομα θα αποφοιτούσε, και με δάσκαλο αυτόν, που δίδασκε στο Σχολείο των Τεχνών. Συμφωνώντας με τον Τσέκολι να έρχεται στο σπίτι τους στην Πλάκα, πέρασε από το μυαλό του η σκέψη πως, αφού τούτη η συζήτηση γινόταν μέσα στο λιθόχτιστο καράβι, γυρνώντας για λογαριασμό του ο τροχός της μοίρας σήκωνε μαζί και την Ελένη. Της ευχήθηκε τύχη σε όσα με πείσμα είχε διαλέξει.
Τα μαθήματα τους κράτησαν αρκετά χρόνια. Ο δάσκαλος, που γνώριζε ανατομία, δίδαξε στην Ελένη την ανθρώπινη πλευρά των αγαλμάτων. Ο ίδιος, μεγάλος γνώστης της αρχαίας τέχνης, δίδαξε στη μαθήτρια του την ιερότητα κυρίως του γυμνού. Η Ελένη άρχισε να αντιλαμβάνεται τον πίνακα σαν μια οργάνωση ζωής, ένα δίχτυ αναφορών κι αισθημάτων, όπου πιανόταν η ανθρώπινη ψυχή. Όχι για να φυλακιστεί εντός του, όπως έτρεμαν οι αδαείς δεσποινίδες του σχολείου, μα αντίθετα για να πετάξει από κει ελεύθερη από τα δεσμά της ύλης και του μετρημένου χρόνου. Το πρόσωπο προπάντων, υποστήριζε ο δάσκαλος της, σαν καθρέφτης της ψυχής, έπρεπε να κυριαρχεί στον πίνακα ακόμη κι αν δεν βρισκότανε ζωγραφισμένο, γιατί η δική του αναζήτηση ήταν ανέκαθεν μια από τις αιτίες της ζωγραφικής.
Της μίλησε για την περίφημη ιταλική ζωγραφική. Οι πίνακες, η καλλιτεχνική ατμόσφαιρα των Ακαδημιών, αλλά και οι παρέες των ομότεχνων τού έλειπαν αφόρητα στη μικρή πόλη των Αθηνών, όπου είχε αναγκαστεί να καταφύγει και να δουλεύει άμισθος στο Σχολείο των Τεχνών. ........Της εξήγησε τους συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους, που τον ανάγκασαν να εκπατριστεί, διασώζοντας και μια ντουζίνα ελληνικά ή λατινικά βιβλία. Και της μιλούσε για τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, επισημαίνοντας της όμως να μην εμπιστεύεται ούτε παράδεισο ζωής ούτε παράδεισο ζωγραφικής στην επικράτεια τους. Δεν έπρεπε να παραβλέπει τις δυσκολίες και τις συγκρούσεις, που ενοικούν παντού. Ούτε στη Δύση, άλλωστε, έβγαινε εύκολα κανείς από το κέλυφος που του είχε οριστεί να ζήσει. Ο τρόπος όμως που το αντιμετώπιζε ο καθένας, αυτό μετρούσε, υποστήριξε. Ήδη η μαθήτρια του είχε τιμωρηθεί για την αγάπη της ζωγραφικής. Κατά τη γνώμη του, όπως και του πατέρα της, το πάθος της, μολονότι απαγορευμένο στις γυναίκες, δεν έπρεπε να μαραζώσει, μα να καλλιεργηθεί και να καρποφορήσει. Σαν να ήταν η μαθήτρια του άντρας, πρόσθεσε με μια σχεδόν ειλημμένη απόφαση.
Ελένη Μπούκουρα, Απελπισία

Οι σπουδές στην Ιταλία
Στα είκοσι εφτά μου, είχε αποκάμει πια να μου γυρεύει η μάνα στεφανώματα. Ας έστεργα τουλάχιστον, έλεγε κάθε μέρα όλο τον χειμώνα, να μείνω, να γεράσω απάντρευτη κοντά στις παντρεμένες αδερφές μου, κι ας βουρλιζόμουν ως το τέλος της ζωής μου από τα δαιμόνια της ζωγραφικής. Μα εγώ γύρευα Ακαδημίες και περγαμηνές. Τεκμήρια των αντρών. Για να τα κάμω τι, αναρωτιόταν. Με την προίκα μου θα μπορούσα οποιαδήποτε στιγμή να παντρευτώ καλά, επέμενε, αγνοώντας πως εγώ είχα συμφωνήσει με τον κύρη μου να με συντηρεί από το κεφάλαιο αυτής της προίκας, όσο θα έμενα για σπουδές στην Ιταλία. Καλά είχε κάμει, πρόσθετε, που ποτέ δεν αποδέχτηκε τα θέατρα και τα καλά τους. Ιδού που ο άντρας της είχε τώρα ξεσηκωθεί από τα μάγια τους και από τους επαίνους του Τσέκολι, και συναινούσε να πάω στα ξένα για να δω τις πιο σπουδαίες ζωγραφιές, μα προπαντός για να σπουδάσω τα λίγα, όσα μπορούσα κι εκεί να σπουδάσω ως γυναίκα στα εργαστήρια της ζωγραφικής. Ακόμη και σ' αυτά να συμφωνούσε η μητέρα μου, ανησυχούσε πώς θα τριγύρναγε μια νέα γυναίκα μόνη κι ασυνόδευτη στα τρίστρατα της ξενιτιάς. Ο καπετάνιος, βέβαια, από τη μεριά του ουδέποτε υπολόγισε τη γη ολάκερη σαν κάτι απρόσιτο και ξένο. Ένα γερό αρμένισμα και φτάνεις, έλεγε. Μαθαίνεις έπειτα τον άλλο κόσμο, αν έχεις βαθιά μελετήσει τον δικό σου. Άλλωστε, και στην μπέσα της πρώτης του θυγατέρας, που του έμοιαζε σε όλα, πίστευε, και με αρμήνευε, εκεί που θα βρεθώ, να μη λησμονήσω ότι είμαι Ελληνίδα. Πίστευε ότι το κράμα του αρβανίτικου αίματος και της ελληνικής ιδέας, όπως εκείνος είχε πλάσει το άγαλμα της στο μυαλό του, της διαψευσμένης όσο και της αδιάψευστης, θα αποτελούσε το πιο σίγουρο φυλαχτό. Φρόνιμο θα ήταν να μη φύγει η αντάρτισσα τούτη κόρη χωρίς αυτό το φυλαχτό καρφιτσωμένο πάνω στην καρδιά της.
Η Ελένη μέσα στην αντρική φορεσιά
Είχα πια συνηθίσει την εικόνα της μορφής, που μου επίστρεφαν οι γερτοί παλιοί καθρέφτες στο Καφέ Γκρέκο, ενός μοναχικού, συνεσταλμένου, άσχημου μάλλον και ανήσυχου άντρα, βυθισμένου στην προοπτική των δίχως όρια ταξιδιών και των περιπλανήσεων, που θα του επέτρεπαν η αμφίεση και οι σπουδές του. Διότι κοιτάζοντας το είδωλό μου αποφάσιζα σιγά σιγά να μην ξαναγυρίσω στην Ελλάδα, ούτε στα μακριά φορέματα του φύλου μου. Θα χαιρόμουν την ελευθερία του άντρα, σκεφτόμουν παραβλέποντας το γεγονός ότι και ως άντρας έπρεπε να γυρνώ νωρίς το απόγευμα στο μοναστήρι των Ναζαρηνών, για να μην παραβιάσω τους κανόνες. Ήδη τους είχα παραβιάσει όντας ο Κανένας. Έφερα στο μυαλό μου την αλλοτινή Ελένη, που έκλεβε τα αποκέρια στο σχολείο για να ζωγραφίζει στο σκοτάδι ενός άλλου μοναστηριού κι ενός άλλου παραδείσου. Τώρα η παραβίαση μου ήταν πολύ πιο σοβαρή. Ποια θα ήταν άραγες η τιμωρία μου; Την περίμενα ψύχραιμα.
Ελένη ή ο Κανένας, εκδόσεις Καστανιώτη

Το πορτρέτο της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα από τον Σαβέριο Αλταμούρα


Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Τελειώνοντας τη σχολή των Ναζαρηνών εξακολούθησε να φορά κοστούμια, για να ζει μόνη και να ταξιδεύει με ασφάλεια. Η Ελένη είχε μάθει να γίνεται αόρατη. Μόλις περνούσε «το μαγικό δαχτυλίδι των αντρίκειων ρούχων, την αντικαθιστούσε αμέσως η εικόνα ενός νέου άντρα, ονομαζόμενου Κανένας». Απελευθερώθηκε σταδιακά μετά τη μετακίνησή της από την κλειστή κοινωνία των Σπετσών στην αθηναϊκή κοινωνία και έπειτα σε μια ξένη χώρα. Απολάμβανε πια την ελευθερία του ξένου, του ξεριζωμένου.
        Κι ύστερα, μια πολιτεία της ενδοχώρας, στάθηκε μοιραία για την Ελένη. Η Φλωρεντία. Κι ο έρωτας για το ζωγράφο Σαβέριο Αλταμούρα. «Πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, η εντός της Ελένη εξεγέρθηκε εναντίον του Κανένα, όπως πάντα εξεγείρεται η ζωή εναντίον του θανάτου. Αν νικούσε η Ελένη, θα έχανε όλα τα προνόμια που της υποσχόταν ο Κανένας. Αν νικούσε ο Κανένας, τότε η Ελένη θα έχανε για πάντα την ψυχή της»
        Αποφάσισε, λοιπόν, να ενώσει τη ζωή της με τη δύναμη αυτού του ανέμου, του Σαβέριο Αλταμούρα. Ο άνεμός του «την εσήκωσε σε δυνατή και τρυφερή αγκάλη και την ταξίδεψε για λίγο στους εφτά ουρανούς». Εκεί γεννήθηκαν τα δύο πρώτα της παιδιά, ο Ιωάννης και η Σοφία. Αναγκάστηκε, μάλιστα, να ασπαστεί τον καθολικισμό, για να στεφανωθεί το Σαβέριο, προδίδοντας την παμπάλαιη γονεϊκή της πίστη. Κι ύστερα ήρθε ο δεύτερος γιος, ο Αλέξανδρος.
        Κι όταν μετά από κάποια χρόνια την εγκατέλειψε ο Σαβέριο, για να φύγει με την Αγγλίδα φίλη της και ζωγράφο Τζέιν Χέι, η Ελένη κίνησε με το πλοίο της επιστροφής για την Ελλάδα. Τον Ιωάννη και τη Σοφία άλλωστε ανέτρεφαν οι γονείς της στην πατρίδα. Τον Αλέξανδρο, βρέφος ακόμα, τον πήρε μαζί του ο Σαβέριο. Και στο ταξίδι αυτό η Ελένη επέλεξε να ενδυθεί τα αττικά της φορέματα, αφήνοντας πίσω της για πάντα το αντρικό κοστούμι του Κανένα.

Ρέα Γαλανάκη


Η Ρέα Γαλανάκη είναι σύγχρονη Ελληνίδα λογοτέχνις και σημαντική μορφή της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Έχει ασχοληθεί με τα περισσότερα είδη του γραπτού λόγου και έχει εκδώσει ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, μελέτες και αυτοβιογραφικά κείμενα.
Γεννήθηκε το 1947 στο Ηράκλειο Κρήτης. Δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας γιατρών του Ηρακλείου, έλαβε καλή μόρφωση στα νεανικά της χρόνια και το 1965 έρχεται στην Αθήνα για να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Έκτοτε στο Ηράκλειο επιστρέφει μόνο σαν επισκέπτρια, παρόλο που ο τόπος καταγωγής της δεσπόζει στο συγγραφικό της έργο. Έντονα πολιτικοποιημένη, είναι ενταγμένη στην Αριστερά, ήδη από την περίοδο των φοιτητικών της χρόνων. Είναι ιδρυτικό μέλος της Ενωσης Ελλήνων Συγγραφέων (1981), διετέλεσε Αντιπρόεδρος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Πολιτισμού (1994-1997) ενώ υπήρξε και δημοτική σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων, στον οποίο εκλέχτηκε με το συνδυασμό του Γ. Καμίνη στις δημοτικές εκλογές του 2010 και πρόεδρος του ραδιοφωνικού σταθμού Αθήνα 9.84, θέσεις από τις οποίες παραιτήθηκε τον Δεκέμβρη του 2011. Είναι για δεύτερη φορά παντρεμένη με τον καθηγητή Φυσιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών, Ηλία Κούβελα, και μητέρα μιας κόρης. Τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στην περιοχή της Πάτρας. Τα βιβλία της έχουν δημοσιευτεί σε δεκαπέντε γλώσσες και συγκεκριμένα: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, ολλανδικά, τσέχικα, βουλγάρικα, σουηδικά, λιθουανικά, αλβανικά, αραβικά, τούρκικα, κινέζικα και εβραϊκά.
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Νέα ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά


Η 17η ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ικαρος με τίτλο «Δημόσιος καιρός».
Στον καιρό της Σαρακοστής ήρθε ο «Δημόσιος καιρός», η νέα ποιητική συλλογή της ακαδημαϊκού και πιο αγαπητής σήμερα Ελληνίδας ποιήτριας, Κικής Δημουλά. Από τις εκδόσεις «Ικαρος», όπως όλες οι συλλογές της από το 1998. Είναι η 17η ποιητική συλλογή της ποιήτριας που μας έμαθε να «ακούμε» τους ήχους της σκιάς, μιας φωτογραφίας, ενός συναισθήματος. Κι είναι αυτά τα ποιήματα πιο προσωπικά από ποτέ, πιο εσωστρεφή (στραμμένα προς το εντός της δηλαδή) από οποιαδήποτε προηγούμενά της και με εύγλωττη και εκκωφαντική την έγνοια για το άγνωστο μέλλον και τη διαδρομή της φθαρτής ζωής: «Ξύπνα, φτάνουμε. /Τέρμα στην επόμενη στάση./ Κατεβαίνουμε./ Νίψε λίγο το πρόσωπό σου/ σύρε και κείνη τη μολυβιά στα μάτια/ να φαίνονται εναργή/ βάλε και το ελαφρύ ΛΑΪΦ άρωμά σου./ Μη λες ποιος θα με δει/ θα είναι εκεί η ματαιότητα να σε υποδεχτεί./ Φτάνουμε, ετοιμάσου/ έχε πρόχειρες τις αμαρτίες σου/ το ΑΦΜ τους το θυμάσαι;/ θα σου ζητηθεί βεβαίωση/ ότι όλα τα παραπάνω έχουνε λήξει/ βεβαίωση επίσης/ ότι κι εσύ έχεις λήξει/ εδώ ελέγχονται αυστηρά τα σύνορα./ Βάλε στο αθόρυβο τον βηματοδότη σου./ Μετά εκεί, τον δυναμώνεις/ και η αιωνιότητα τι νομίζεις/ με βηματοδότη ζει», γράφει σ’ ένα από τα 55 ποιήματα αυτής της συλλογής που έχει τον τίτλο «Διόδια».

Κι όπως πάντα, η Κική Δημουλά, με τον δικό της ποιητικό τρόπο, μας κάνει πιο εύκολα τα ασήκωτα, τα αφόρητα κι όσα πληγώνουν τους ανθρώπους. Ετσι που μεταμορφώνει, μ’ εκείνη τη διαρκή λεπτή ειρωνεία τις έννοιες, τα συναισθήματα και τα αισθήματα σε πρόσωπα κοντινά και οικεία τα κάνει πιο κατανοητά, πιο εύληπτα. Κι ίσως είναι αυτός ο λόγος που τόσο μεγάλος πληθυσμός αναγνωστών, από τόσες πολλές και διαφορετικές κατηγορίες μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου, βρίσκει στην ποίηση της Κικής Δημουλά παρηγορία και ένα είδος συνενοχής: γιατί απομυθοποιεί, μέσω της ποίησης, ό,τι τρομάζει και βαραίνει τις καρδιές των ανθρώπων. Αλλά ακόμα -και κυρίως- εκείνα που τρομάζουν την ίδια, όπως στο ποίημα «Η παγίδα»: «ακόμα/ ακόμα και τώρα με τόσα/ αξεπέραστα που πέρασα/ ακόμα τις τρέμω τις λέξεις./ Απορώ πώς αφέθηκα./ Μόνες τους όμως/ μόνες τους προσφέρθηκαν/ να χτίσουν/ αυτό που θέλω/ γράφοντάς το να υψωθεί -αν μη/ τι άλλο- σε κάτι άλλο./ (...) Α, θα ’πρεπε θα ’πρεπε/ με τόσο δύσκολη/ φτύνοντας αίμα πείρα/ που έχω εξοικονομήσει/ θα έπρεπε βλέποντας τις λέξεις/ έτσι στο άψε σβήσε/ να χτίζουν μια σιωπή/ εμφανώς μασουλώντας ομιλία/ θα έπρεπε αμέσως να διακρίνω/ ότι μου έστηνε παγίδα/ η τόσο παρορμητική των λέξεων/ προσφορά».

Μέχρι ν’ αγοράσετε τη νέα ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά, μπορείτε να έχετε τη συντροφιά των στίχων της με τον τόμο της σειράς «Ελληνες ποιητές» που κυκλοφορεί με την «Καθημερινή» της Κυριακής εκτάκτως αυτό το Σάββατο. Μια νέα ανθολόγηση από όλο το έργο της, από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα, ένα εκτενές κείμενο για τη ζωή και το έργο της και ένα cd στο οποίο η ίδια απαγγέλλει τα ποιήματά της.
Πηγή : Καθημερινή

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

"Μεγάλο Σάββατο" Κική Δημουλά

Μεγάλο Σάββατο

Εὐχὲς κροτίδες καὶ φιλήματα ἀνταλλάσσουν
οἱ ἅγιες μέρες μεταξύ τους
κι ἐγὼ χτυπῶ τὴν πόρτα σου
ὄχι γιὰ νὰ εἰσέλθω μολονότι
κατάλληλο εἶναι τὸ σῶμα ποὺ φορῶ
μὲ προϋπηρεσία ἔντιμη μακρὰ
ἔξωθεν τοῦ Νυμφῶνος.
Βγὲς ἄφοβα.
Ὄχι ἀνταπόκριση ἀπόκριση ζητῶ
τὸ φίλημα ἐκεῖνο ποὺ ἔριξες
ἀπὸ τὸ ὕψος εὐγενέστατης εὐχῆς
Καλὴ Ἀνάσταση
καὶ σφάχτηκε ὁ λαιμὸς μὲ τὸ γιακὰ μου
ἦταν ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ ρίχνουμε
στὸ δίσκο τοῦ ἐθίμου;
ἦταν στὸ τίμιο ξύλο μου αγκίδα
περιγελαστική;
ἦταν μιὰ γενναιόδωρη ἔμπνευση
πτωχῆς ἀδιαφορίας;
Σὲ ρωτῶ
γιατὶ δὲν εἶδα ταμπελίτσα
δὲν εἶδα νὰ αναγράφεται
τὸ μέγεθος καὶ ἡ σύνθεση τῆς θέρμης
οὔτε καὶ εἶδα τυπωμένη
τὴ μάρκα τῶν χειλιῶν σου πουθενά.
Ἀνώνυμο τελείως
λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αἰσθανθῶ.

(Χλόη Θερμοκηπίου,2005)

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

"100 Χρόνια Μοναξιάς"

Πέθανε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες - Τριήμερο πένθος στην Κολομβία

 
Παγκόσμια συγκίνηση για το μεγάλο συγγραφέα
 
 
Παγκόσμια συγκίνηση για δημιουργό των αριστουργημάτων «100 χρόνια μοναξιάς» και «Ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας», Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκεζ ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή σήμερα σε ηλικία 87 ετών. Εδινε μάχη με την επάρατη νόσο τα τελευταία χρόνια
 
Η είδηση, δηλαδή πως ο παγκοσμίως γνωστός συγγραφέας, πέθανε στο σπίτι του στο Μεξικό, έχει προκαλέσει θλίψη σε όλο το κόσμο.
Ο δημοσιογράφος Familiar Fernanda έγραψε στο twitter πως «ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες πέθανε. Η σύζυγός του Μερσέντες και τα παιδιά του Ροντρίγκο και Γκονζάλο με εξουσιοδότησαν να μεταδώσω την πληροφορία.
O Γκάμπριελ είχε πάρει εξιτήριο από το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς η οικογένειά του αποφάσισε πως δεν υπήρχε λόγος να υποβληθεί σε νέα θεραπεία, αλλά να πεθάνει ήρεμος στο σπίτι του, δίπλα στους αγαπημένους του.
Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1927 στο χωριό Αρακατάκα, Διαμέρισμα Μαγδαλένα, Κολομβία. Το 1947 ξεκίνησε να σπουδάζει Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Μπογοτά. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε σε εφημερίδα το πρώτο του διήγημα, «Η Τρίτη Παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρθαγένη της Ινδίας των Δυτικών Ινδιών και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά. (http://el.wikipedia.org)
Πρωτοεμφανίστηκε το 1947 και το 1967 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημά του «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς», το οποίο τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας, καθώς αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές.
Πηγή : Alfavita.gr

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

"Εμείς οι Έλληνες" Γ.Σαραντάρης (Α' Γυμνασίου)



Γιώργου Σαραντάρη, «[Εμείς οι Έλληνες]»

Εμείς οι Έλληνες
Με τις ελιές με τα πεύκα
Με τα μάρμαρα με τη θάλασσα
Φυλάξαμε και άλλες αρετές
Δεν εξοφλήσαμε την ευφυΐα μας
Σ' έναν καιρό πιο ήμερο
Και πιο γενναίο
Δεν θα διστάσουμε
Δεν θα δειλιάσουμε
Από τις κρύπτες θα βγάλουμε τα όργανα
Στην ορχήστρα και στο χορό
Οι φωνές μας θα προσφέρουν
Κάτι σαν το επιούσιον
Το δικό μας πάθος
                                (29/3/1936)