Η Ελένη δεν καταδέχτηκε να κλάψει όσο κράτησε η τιμωρία, που η ταπείνωση έκανε πιο αργό και πιο αβάσταχτο τον χρόνο της. Τότε όμως αποφάσισε ότι θα γίνει οπωσδήποτε ζωγράφος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να μείνει διά βίου διαφορετική από τα συνομήλικα κορίτσια και από τις γυναίκες του σογιού της.
Να στηριχτεί στα ένοχα για τους πολλούς, αθώα για την ίδια, πλην όμως
ανεξερεύνητα ακόμη καλέσματα και ηδονές της τέχνης. Να μην παντρευτεί,
να μη γεννήσει, να μην έχει έρωτα πάρεξ για τη ζωγραφική. Να μην
υπακούσει στο σχολείο. Να διακυβεύσει τη μορφή μιας διαφορετικής
Ελληνίδας, αφού στην καρδιά της δεν μπορούσε να συνδέσει αυτή την
απαιτητική, τη χαρισματική λέξη με την υπόδουλη ζωή των γυναικών σε
γάμο, σε μικρά παιδιά, σε υποχρεώσεις προς τους ασθενείς και προς τους
πεθαμένους. Ορκίστηκε με την μπέσα της μητρικής της γλώσσας πως μόνο ο
θάνατος θα εμπόδιζε το χέρι της να ζωγραφίζει, ενώ το περήφανο, κι έτσι
στο τέλος ανυπάκουο μυαλό της, πήγε στη ναυτική σημαία του πατέρα της,
που έγραφε στα ελληνικά Ελευθερία ή Θάνατος] Κάλεσε ως εγγυητή του όρκου
τη Μεγάλη τους Κυρά. Άκουσε αμέσως φλοίσβο. Μόλις πρόφτασε να τη δει
που διέσχιζε την τάξη, μια ηλιαχτίδα που ανακλάται σε μικρό γυαλί και
περπατά επάνω στο υδρόχρωμα ενός τοίχου……

Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Ιταλό ζωγράφο Ραφαέλο Τσέκολι
Εκεί άλλωστε βρήκε [Ο Ιωάννης Μπούκουρης, πατέρας της Ελένης], χωρίς να
χρειαστεί να ψάξει, τον Ιταλό ζωγράφο Τσέκολι για να του ζητήσει να
κάνει μαθήματα ζωγραφικής στην κόρη του Ελένη. Του διηγήθηκε τι είχε
ακούσει από τη διευθύντρια του σχολείου, όταν τον κάλεσε να του μιλήσει.
Του είπε πως η κόρη του έκλεβε τα αποκέρια και πως έκανε τη νύχτα μέρα
ζωγραφίζοντας στα θεοσκότεινα, την ώρα που κανονικά έπρεπε να κοιμάται. Αξιόμεμπτη
δεν ήταν όμως μόνο η κλοπή, μα και η ανταρσία της κοπέλας, που την
έφερνε να ζει με εικόνες και οράματα, ενώ όλα τούτα τα υπερβολικά και
άταχτα της είχαν βέβαια απαγορευτεί. Τα υπόλοιπα κορίτσια τη
φοβόντουσαν πια και τη νόμιζαν μάγισσα. Άλλωστε, όπως θα έβλεπε και
μόνος του, η αρρώστια της ζωγραφικής και η έλλειψη ύπνου είχαν
αδυνατίσει την Ελένη. Κάθε πρωί που έμπαινε στην τάξη έμοιαζε σαν να
βγαίνει από μεγάλη ταραχή. Χλομή και νευρική, κοιμόταν πάνω στα θρανία,
αυτή η άριστη πριν λίγο καιρό σε όλα τα μαθήματα.
Ο Ιωάννης Μπούκουρης συνέχισε λέγοντας στον Τσέκολι ότι, αφού είχε
συζητήσει με την κόρη του, αποφάσισε να κάνει αυτό ακριβώς που θα είχε
κάνει και για τον εαυτό του. Κατάλαβε πως η αγάπη που είχε η Ελένη στη
ζωγραφική έμοιαζε με το δικό του πάθος για τα θαλασσινά ταξίδια. Κάτι
που δεν τιμωρείται, είχε τη γνώμη, αφού δεν είχε αμαρτία. Κι όπως αυτός
ήθελε να συνεχίσει με τον δικό του τρόπο τα ταξίδια, σκέφτηκε χωρίς να
το πει στον Τσέκολι, έπρεπε και η Ελένη του να συνεχίσει τη ζωγραφική
της. Ανακοίνωσε στον Ιταλό ζωγράφο την απόφαση να συνεχίσει τη ζωγραφική
της εκτός σχολείου, από το οποίο σύντομα θα αποφοιτούσε, και με δάσκαλο
αυτόν, που δίδασκε στο Σχολείο των Τεχνών. Συμφωνώντας με τον Τσέκολι
να έρχεται στο σπίτι τους στην Πλάκα, πέρασε από το μυαλό του η σκέψη
πως, αφού τούτη η συζήτηση γινόταν μέσα στο λιθόχτιστο καράβι, γυρνώντας
για λογαριασμό του ο τροχός της μοίρας σήκωνε μαζί και την Ελένη. Της
ευχήθηκε τύχη σε όσα με πείσμα είχε διαλέξει.
Τα μαθήματα τους κράτησαν αρκετά χρόνια. Ο δάσκαλος, που γνώριζε
ανατομία, δίδαξε στην Ελένη την ανθρώπινη πλευρά των αγαλμάτων. Ο ίδιος,
μεγάλος γνώστης της αρχαίας τέχνης, δίδαξε στη μαθήτρια του την
ιερότητα κυρίως του γυμνού. Η Ελένη άρχισε να αντιλαμβάνεται τον πίνακα
σαν μια οργάνωση ζωής, ένα δίχτυ αναφορών κι αισθημάτων, όπου πιανόταν η
ανθρώπινη ψυχή. Όχι για να φυλακιστεί εντός του, όπως έτρεμαν οι αδαείς
δεσποινίδες του σχολείου, μα αντίθετα για να πετάξει από κει ελεύθερη
από τα δεσμά της ύλης και του μετρημένου χρόνου. Το πρόσωπο προπάντων,
υποστήριζε ο δάσκαλος της, σαν καθρέφτης της ψυχής, έπρεπε να κυριαρχεί
στον πίνακα ακόμη κι αν δεν βρισκότανε ζωγραφισμένο, γιατί η δική του
αναζήτηση ήταν ανέκαθεν μια από τις αιτίες της ζωγραφικής.
Της μίλησε για την περίφημη ιταλική ζωγραφική. Οι πίνακες, η
καλλιτεχνική ατμόσφαιρα των Ακαδημιών, αλλά και οι παρέες των ομότεχνων
τού έλειπαν αφόρητα στη μικρή πόλη των Αθηνών, όπου είχε αναγκαστεί να
καταφύγει και να δουλεύει άμισθος στο Σχολείο των Τεχνών. ........Της
εξήγησε τους συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους, που τον ανάγκασαν να
εκπατριστεί, διασώζοντας και μια ντουζίνα ελληνικά ή λατινικά βιβλία.
Και της μιλούσε για τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, επισημαίνοντας της
όμως να μην εμπιστεύεται ούτε παράδεισο ζωής ούτε παράδεισο ζωγραφικής
στην επικράτεια τους. Δεν έπρεπε να παραβλέπει τις δυσκολίες και τις
συγκρούσεις, που ενοικούν παντού. Ούτε στη Δύση, άλλωστε, έβγαινε
εύκολα κανείς από το κέλυφος που του είχε οριστεί να ζήσει. Ο τρόπος
όμως που το αντιμετώπιζε ο καθένας, αυτό μετρούσε, υποστήριξε. Ήδη η μαθήτρια του είχε τιμωρηθεί για την αγάπη της ζωγραφικής. Κατά
τη γνώμη του, όπως και του πατέρα της, το πάθος της, μολονότι
απαγορευμένο στις γυναίκες, δεν έπρεπε να μαραζώσει, μα να καλλιεργηθεί
και να καρποφορήσει. Σαν να ήταν η μαθήτρια του άντρας, πρόσθεσε με μια σχεδόν ειλημμένη απόφαση.
 |
| Ελένη Μπούκουρα, Απελπισία |
Οι σπουδές στην Ιταλία
Στα είκοσι εφτά μου, είχε αποκάμει πια να μου γυρεύει η μάνα
στεφανώματα. Ας έστεργα τουλάχιστον, έλεγε κάθε μέρα όλο τον χειμώνα, να
μείνω, να γεράσω απάντρευτη κοντά στις παντρεμένες αδερφές μου, κι ας
βουρλιζόμουν ως το τέλος της ζωής μου από τα δαιμόνια της ζωγραφικής. Μα
εγώ γύρευα Ακαδημίες και περγαμηνές. Τεκμήρια των αντρών. Για να τα
κάμω τι, αναρωτιόταν. Με την προίκα μου θα μπορούσα οποιαδήποτε στιγμή
να παντρευτώ καλά, επέμενε, αγνοώντας πως εγώ είχα συμφωνήσει με τον
κύρη μου να με συντηρεί από το κεφάλαιο αυτής της προίκας, όσο θα έμενα
για σπουδές στην Ιταλία. Καλά είχε κάμει, πρόσθετε, που ποτέ δεν
αποδέχτηκε τα θέατρα και τα καλά τους. Ιδού που ο άντρας της είχε τώρα
ξεσηκωθεί από τα μάγια τους και από τους επαίνους του Τσέκολι, και
συναινούσε να πάω στα ξένα για να δω τις πιο σπουδαίες ζωγραφιές, μα
προπαντός για να σπουδάσω τα λίγα, όσα μπορούσα κι εκεί να σπουδάσω ως
γυναίκα στα εργαστήρια της ζωγραφικής. Ακόμη και σ' αυτά να συμφωνούσε η
μητέρα μου, ανησυχούσε πώς θα τριγύρναγε μια νέα γυναίκα μόνη κι
ασυνόδευτη στα τρίστρατα της ξενιτιάς. Ο καπετάνιος, βέβαια, από τη
μεριά του ουδέποτε υπολόγισε τη γη ολάκερη σαν κάτι απρόσιτο και ξένο.
Ένα γερό αρμένισμα και φτάνεις, έλεγε. Μαθαίνεις έπειτα τον άλλο κόσμο,
αν έχεις βαθιά μελετήσει τον δικό σου. Άλλωστε, και στην μπέσα της
πρώτης του θυγατέρας, που του έμοιαζε σε όλα, πίστευε, και με αρμήνευε,
εκεί που θα βρεθώ, να μη λησμονήσω ότι είμαι Ελληνίδα. Πίστευε ότι το
κράμα του αρβανίτικου αίματος και της ελληνικής ιδέας, όπως εκείνος είχε
πλάσει το άγαλμα της στο μυαλό του, της διαψευσμένης όσο και της
αδιάψευστης, θα αποτελούσε το πιο σίγουρο φυλαχτό. Φρόνιμο θα ήταν να μη
φύγει η αντάρτισσα τούτη κόρη χωρίς αυτό το φυλαχτό καρφιτσωμένο πάνω
στην καρδιά της.
Η Ελένη μέσα στην αντρική φορεσιά
Είχα πια συνηθίσει την εικόνα της μορφής, που μου επίστρεφαν οι γερτοί
παλιοί καθρέφτες στο Καφέ Γκρέκο, ενός μοναχικού, συνεσταλμένου, άσχημου
μάλλον και ανήσυχου άντρα, βυθισμένου στην προοπτική των δίχως όρια
ταξιδιών και των περιπλανήσεων, που θα του επέτρεπαν η αμφίεση και οι
σπουδές του. Διότι κοιτάζοντας το είδωλό μου αποφάσιζα σιγά σιγά να
μην ξαναγυρίσω στην Ελλάδα, ούτε στα μακριά φορέματα του φύλου μου. Θα
χαιρόμουν την ελευθερία του άντρα, σκεφτόμουν παραβλέποντας το
γεγονός ότι και ως άντρας έπρεπε να γυρνώ νωρίς το απόγευμα στο
μοναστήρι των Ναζαρηνών, για να μην παραβιάσω τους κανόνες. Ήδη τους
είχα παραβιάσει όντας ο Κανένας. Έφερα στο μυαλό μου την αλλοτινή Ελένη,
που έκλεβε τα αποκέρια στο σχολείο για να ζωγραφίζει στο σκοτάδι ενός
άλλου μοναστηριού κι ενός άλλου παραδείσου. Τώρα η παραβίαση μου ήταν
πολύ πιο σοβαρή. Ποια θα ήταν άραγες η τιμωρία μου; Την περίμενα
ψύχραιμα.
Ελένη ή ο Κανένας, εκδόσεις Καστανιώτη
 |
| Το πορτρέτο της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα από τον Σαβέριο Αλταμούρα |
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Τελειώνοντας τη σχολή των Ναζαρηνών εξακολούθησε να φορά κοστούμια, για
να ζει μόνη και να ταξιδεύει με ασφάλεια. Η Ελένη είχε μάθει να γίνεται
αόρατη. Μόλις περνούσε «το μαγικό δαχτυλίδι των αντρίκειων ρούχων, την
αντικαθιστούσε αμέσως η εικόνα ενός νέου άντρα, ονομαζόμενου Κανένας».
Απελευθερώθηκε σταδιακά μετά τη μετακίνησή της από την κλειστή κοινωνία
των Σπετσών στην αθηναϊκή κοινωνία και έπειτα σε μια ξένη χώρα.
Απολάμβανε πια την ελευθερία του ξένου, του ξεριζωμένου.
Κι ύστερα, μια πολιτεία της ενδοχώρας, στάθηκε μοιραία για την
Ελένη. Η Φλωρεντία. Κι ο έρωτας για το ζωγράφο Σαβέριο Αλταμούρα. «Πρώτη
φορά, μετά από πολλά χρόνια, η εντός της Ελένη εξεγέρθηκε εναντίον του
Κανένα, όπως πάντα εξεγείρεται η ζωή εναντίον του θανάτου. Αν νικούσε η
Ελένη, θα έχανε όλα τα προνόμια που της υποσχόταν ο Κανένας. Αν νικούσε ο
Κανένας, τότε η Ελένη θα έχανε για πάντα την ψυχή της»
Αποφάσισε, λοιπόν, να ενώσει τη ζωή της με τη δύναμη αυτού του
ανέμου, του Σαβέριο Αλταμούρα. Ο άνεμός του «την εσήκωσε σε δυνατή και
τρυφερή αγκάλη και την ταξίδεψε για λίγο στους εφτά ουρανούς». Εκεί
γεννήθηκαν τα δύο πρώτα της παιδιά, ο Ιωάννης και η Σοφία. Αναγκάστηκε,
μάλιστα, να ασπαστεί τον καθολικισμό, για να στεφανωθεί το Σαβέριο,
προδίδοντας την παμπάλαιη γονεϊκή της πίστη. Κι ύστερα ήρθε ο δεύτερος
γιος, ο Αλέξανδρος.
Κι όταν μετά από κάποια χρόνια την εγκατέλειψε ο Σαβέριο, για να
φύγει με την Αγγλίδα φίλη της και ζωγράφο Τζέιν Χέι, η Ελένη κίνησε με
το πλοίο της επιστροφής για την Ελλάδα. Τον Ιωάννη και τη Σοφία άλλωστε
ανέτρεφαν οι γονείς της στην πατρίδα. Τον Αλέξανδρο, βρέφος ακόμα, τον
πήρε μαζί του ο Σαβέριο. Και στο ταξίδι αυτό η Ελένη επέλεξε να ενδυθεί
τα αττικά της φορέματα, αφήνοντας πίσω της για πάντα το αντρικό κοστούμι
του Κανένα.