Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Σημειώσεις "Αναμνήσεις της Κωνσταντίνας από τη Γερμανία"

Άλκη Ζέη, «Αναμνήσεις της Κωνσταντίνας από τη Γερμανία»

ΕΝΟΤΗΤΕΣ – ΔΟΜΗ
1η ενότητα: «Λένε πως άμα πνίγεσαι... τα πιο πολλα για το σχολείο που το λάτρευα»
Οι αναμνήσεις της Κωνσταντίνας από τη ζωή της στο Άαχεν με τους γονείς της
2η ενότητα: «Το αγάπησα από τη στιγμή που το είδα.   «Κυρία Στέλλα είστε το ντιαμάντι του Σχολείου.»
Οι εντυπώσεις της Κωνσταντίνας από την πρώτη μέρα στο γερμανικό σχολείο – Η εγκάρδια υποδοχή του διεθυντή του σχολείου, Χερ Χάινερ
3η ενότητα: «Πού να τον άκουγε η Φαρμουρ... γιατί πέθανε κι η μητέρα της.» 
Οι αντιδράσεις της γιαγιάς (Φαρμούρ) για τον γάμο των γονιών της εξαιτίας πολιτικών λόγων
4η ενότητα: «Πολύ θα στενοχωριόταν... τρία πλήν ένα πόσο κάνει.» 
Η επίδοση και οι φίλοι της Κωνσταντίνας στο γερμανικό σχολείο – Χαρακτηρισμός του γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος 

ΘΕΜΑΤΑ 
  • Η Κωνσταντίνα βρισκόμενη τώρα σε απελπισία και απόγνωση, αναπολεί τις παλαιότερες στιγμές, που έζησε στη Γερμανία.
  • Ένα σχολείο με μαθητές διαφόρων εθνικοτήτων: ένα διαπολιτισμικό σχολείο 
  • Οι δυσκολίες του γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος.
  • Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 
Βρισκόμαστε στην εποχή του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου οι Έλληνες χωρισμένοι σε πολιτικές παρατάξεις πολεμούν μεταξύ τους για το ποιος θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Διεξάγονται ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού (υπό των έλεγχο των κομμουνιστών) και του Ελληνικού Στρατού (υπό τον έλεγχο της δεξιάς κυβέρνησης στην Αθήνα), που είχαν ως αποτέλεσμα την ήττα των κομμουνιστών. 

ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ
Κωνσταντίνα  
Στην αρχή του κειμένου η Κωνσταντίνα βρίσκεται σε απελπισία και απόγνωση εξαιτίας κάποιου προβλήματος που αντιμετωπίζει. 
Αναπολεί (=θυμάται) με νοσταλγία τις ευτυχισμένες μέρες στη Γερμανία και τις εμπειρίες της στο γερμανικό σχολείο. 
Για τους γονείς της μιλά με τρυφερότητα, εκτίμηση και αγάπη. 
Θυμάται με νοσταλγία τις βόλτες με τον μπαμπά της. 
Νιώθει θαυμασμό και υπερηφάνεια για τη (δασκάλα) μητέρα της.
Νιώθει πικρία και μιλά με κάποια δόση ειρωνείας και με επικριτική διάθεση για τη γιαγιά της, τη Φαρμούρ. 

Πρώτη μέρα στο σχολείο
Νιώθει μεγάλη αγωνία, άγχος, ταραχή στην ιδέα και μόνο πως θα συναντήσει τον διευθυντή του σχολείου.
Βλέποντας το ζεστό και όμορφο περιβάλλον του σχολείου με τις γλάστρες στα περβάζια και τους πίνακες στους τοίχους αρχίζει να ηρεμεί. 
Στη συνέχεια, πριν μπει στο γραφείο του διευθυντή κυριεύεται και πάλι από μεγάλο άγχος, αμηχανία και φόβο.
Η εγκάρδια συμπεριφορά του τη βοηθά να χαλαρώσει. 

Στην τάξη
Μέσα στην τάξη νιώθει άνετα γιατί υπάρχουν και άλλοι μαθητές από διαφορετικές εθνικότητες. Η κοκκινομάλλα Σίγκριντ και ο Διαγόρας το αγόρι από την Αφρική που είναι πρώτος μαθητής στην τάξη. Δεν αισθάνεται να γίνονται διακρίσεις εις βάρος της επειδή είναι ξένη (Ελληνίδα σε γερμανικό σχολείο) ούτε νιώθει διαφορετική και αποξενωμένη από τους άλλους μαθητές. 
Προσαρμόζεται στην τάξη και περνάει ευχάριστα με τους συμμαθητές της. 
Η μητέρα 
Είναι πολύ ευσυνείδητη στο επάγγελμά της (είναι δασκάλα ελληνικών στο γερμανικό σχολείο) με αποτέλεσμα να έχει κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό των μαθητών αλλά και του διευθυντή στο γερμανικό σχολείο. (Ο διευθυντής την ονομάζει: «το ντιαμάντι του σχολείου».)
Η γιαγιά της Κωνσταντίνας, η Φαρμούρ, κράτησε αρχικά αρνητική στάση απέναντί της (πριν τον γάμο της με τον μπαμπά της Κωνσταντίνας) για πολιτικούς λόγους, αλλά δεν κατάφερε να τους χωρίσει και έτσι παντρεύτηκαν. 
Οι δύο οικογένειες των γονιών της Κωνσταντίνας είχαν διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις και ανήκαν σε διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις. 

Ο πατέρας 
Η Κωνσταντίνα θυμάται με νοσταλγία και τρυφερότητα και νοσταλγία τους περιπάτους με τον μπαμπά της και τις ατελείωτες κουβέντες που είχε μαζί του για όλα τα θέματα που την απασχολούσαν. 

Η Φαρμούρ (η γιαγιά της Κωνσταντίνας) 
Παρουσιάζεται αντιπαθητική με ακλόνητες και απόλυτες πολιτικές πεποιθήσεις. 
Κρατάει στάση αρνητική και επικριτική απέναντι στη μελλοντική της νύφη. 
Δεν καταφέρνει να χωρίσει τους δύο νέους που τελικά παντρεύτηκαν. 
Ο σύζυγος της γιαγιάς (ο παππούς της Κωνσταντίνας) διώχθηκε κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο. Μάλιστα ο άλλος παππούς της Κωνσταντίνας (ο πατελρας της μητέρας της), που ήταν αξιωματικός της χωροφυλακής, έτυχε να τον συνοδεύσει στην εξορία. 
Παρά το γεγονός ότι η γνωριμία και ο γάμος των δύο νέων έγινε μετά τον θάνατο των δύο παππούδων, η Φαρμούρ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τα άσχημα βιώματα που κουβαλούσε από εκείνα τα χρόνια, με αποτέλεσμα να νιώθει αντιπάθεια για τη μελλοντική νύφη της. 

Ο χερ Χάινερ (ο Διευθυντής του σχολείου)
Προσιτός, ευγενικός, εγκάρδιος.
Αγαπάει τα παιδιά, δεν είναι ρατσιστής απέναντι στους ξένους.
Εκτιμά και επιβραβεύει το έργο των συναδέλφων του. 
Εκτιμά και θαυμάζει ιδιαίτερα τη μητέρα της Κωνσταντίνας. 

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ
Αφήγηση
  • Το κείμενο είναι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση (αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο), όπου η αφηγήτρια είναι και η κεντρική ηρωίδα του κειμένου (Κωνσταντίνα). Η Κωνσταντίνα θυμάται με νοστλγία το παρελθόν της στη Γερμανία. 
- Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει ζωντάνια και παραστατικότητα
- Αποτελεί μια αυθεντική εμπειρία (εμπειρία από πρώτο χέρι) εφόσον περιγράφει γεγονότα που έχει ζήσει η ίδια. 
  • Αναδρομική αφήγηση: Η αφήγηση των γεγονότων του παρελθόντος 

Σχήματα λόγου 
Μεταφορές: «βουλιάζω στη στεριά», «βλέμμα καρφωμένο πάνω μου», «το ντιαμάντι της τάξης» Προσωποποιήσεις: «Το γερμανικό σχολείο δεν αστειεύεται», «Η καρδιά μου έπαψε να παίζει ταμπούρλο»
Παρομοιώσεις: «σαν κινηματογραφική ταινία», «έμοιαζε με λειψανάκι», «μαλλιά κόκκινα σα φλόγες»
Εικόνες: το σπίτι μας, βόλτα στους πεζόδρομους με τον μπαμπά, η τάξη

Γλώσσα – Ύφος 
Η γλώσσα του αποσπάσματος είναι η δημοτική. Ο λόγος είναι μακροπερίοδος. Έχουμε περισσότερο αφηγηματική παρουσίαση των γεγονότων (διήγηση γεγονότων), παρά ψυχολογική απεικόνιση των χαρακτήρων (παρουσίαση της ψυχολογίας (= πώς νιώθουν) των χαρακτήρων) 

Το ύφος είναι απλό (όχι περίτεχνο). Ειναι νοσταλγικό (η Κωνσταντίνα αναπολεί το παρελθόν της στη Γερμανία), αυτοβιογραφικό (αναφέρεται στα γεγονότα της ζωής της) και ρεαλιστικό (αποδίδει τα γεγονότα όπως έγιναν).

Κ.Π.Καβάφης "Θερμοπύλες"

Λογοτεχνία, Β΄Γυμνασίου 
Για μία επανάληψη των κειμένων που κάναμε πρόσφατα και που θα μας χρειαστούν, όταν επιστρέψουμε στα θρανία.


Κωνσταντίνος Καβάφης «Θερμοπύλες»

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Ο Καβάφης αξιοποιώντας το ιστορικό γεγονός της μάχης των Θερμοπυλών, (της μάχης ανάμεσα στους Έλληνες και τον πολυάριθμο στρατό του Ξέρξη Α΄, τον Αύγουστο του 480 π.Χ., κατά την οποία οι Σπαρτιάτες έδειξαν υπέρτατη γενναιότητα με τη θυσία τους), συνθέτει ένα ποίημα για να επαινέσει όσους θέτουν στη ζωή τους «Θερμοπύλες», όσους θέτουν δηλαδή κάποιον σημαντικό για εκείνους σκοπό και τον υπερασπίζονται μέχρι τέλους.

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ο ποιητής θεωρεί πως θα πρέπει να τιμούμε τους ανθρώπους που έχουν καθορίσει στη ζωή τους κάποιες σημαντικές αρχές, κάποιους πολύτιμους σκοπούς και φροντίζουν να τους υπερασπιστούν με κάθε τρόπο. Ο Καβάφης, βέβαια, δεν καθορίζει τι ακριβώς συμβολίζουν οι Θερμοπύλες των ηρώων της καθημερινότητας, αφήνοντας έτσι στον αναγνώστη την ελευθερία να ορίσει ο ίδιος ποιος σκοπός μπορεί να είναι τόσο ιερός και σημαντικός, ώστε να ληφθεί ως Θερμοπύλες που αξίζει να φυλαχτούν. Μπορούμε, πάντως, να δούμε σ’ αυτό το συμβολισμό τους ανθρώπους εκείνους που ζουν με ηθικές αρχές και δεν αφήνονται στα κελεύσματα της ευκολίας και της ανηθικότητας. Άνθρωποι που παρά τις ανάγκες τους παραμένουν ηθικοί και προτιμούν να στερηθούν βασικά αγαθά ή και πολυτέλειες, παρά να διαπράξουν κάποιο αδίκημα. Άνθρωποι που σ’ έναν κόσμο ολοένα και πιο ευεπηρέαστο απέναντι στην ευκολία που υπόσχεται η διαφθορά, παραμένουν αμετακίνητοι στις αρχές τους και ακολουθούν το δυσκολότερο, αλλά ηθικότερο δρόμο της τιμιότητας.
Οι Θερμοπύλες, πάντως, παραμένουν ένα σύμβολο ανοιχτό σε ερμηνείες και μπορούν να εκπροσωπούν οτιδήποτε αξίζει για κάθε άνθρωπο να αγωνιστεί για την υπεράσπισή του.

Ποτέ από το χρέος μη κινούντες
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία

Οι άνθρωποι που φυλάνε τις Θερμοπύλες που οι ίδιοι έχουν ορίσει για τον εαυτό τους, είναι κατά τον ποιητή, αμετακίνητοι από την αρχική τους απόφαση και δεν παρεκκλίνουν ποτέ από το σκοπό τους. Είναι, παράλληλα, ακριβοδίκαιοι στις πράξεις τους, χωρίς όμως να αφήνουν την αυστηρότητα των αρχών τους να επηρεάζει τη βασική αρετή των ηθικών ανθρώπων, δηλαδή την ευσπλαχνία και τη συμπόνια για τους άλλους ανθρώπους. Ο ποιητής εδώ κάνει μια βασική διάκριση, καθώς πέρα από τους φιλεύσπλαχνους και αφοσιωμένους υπερασπιστές των «Θερμοπυλών», υπάρχουν και εκείνοι που υπερασπίζονται τους σκοπούς και τις αρχές τους με φανατισμό και μνησικακία για τους άλλους ανθρώπους. Ο Καβάφης επομένως θεωρεί αξιέπαινους μόνο εκείνους που δεν γίνονται απάνθρωποι στο όνομα των αρχών και των πεποιθήσεών τους.
Η διάκριση αυτή του ποιητή είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς ο ποιητής δεν έχει καμία πρόθεση να επαινέσει εκείνους που τυφλώνονται από το πάθος τους για οτιδήποτε θεωρούν σημαντικό και χάνουν την ανθρωπιά τους, στην προσπάθειά τους να υπερασπιστούν τις απόψεις τους. Ο ποιητής εγκρίνει, θαυμάζει κι επαινεί εκείνους που παλεύουν για τα πιστεύω τους με αγάπη για το συνάνθρωπο και όχι με μίσος.

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε

Ο ποιητής θεωρεί πως για τους πλούσιους ανθρώπους, για εκείνους δηλαδή που δεν έχουν να ανησυχούν για το πώς θα καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες, είναι σαφώς ευκολότερο να παλεύουν για κάποιο σκοπό. Αντίθετα, για τους φτωχούς ανθρώπους που υπάρχει πάντοτε η ανησυχία για την καθημερινή τους διαβίωση είναι δυσκολότερο να ξεφύγουν από τις επιτακτικές ανάγκες της πραγματικότητας και να αφοσιωθούν στην προάσπιση ενός πολύτιμου μεν, αλλά μη πρακτικού σκοπού. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και οι φτωχοί άνθρωποι, προσπαθούν στο μέτρο που μπορούν να σταθούν προασπιστές των αρχών τους.
Οι στίχοι αυτοί του Καβάφη μας παραπέμπουν στον Επιτάφιο του Περικλή, όπου ο ηγέτης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, θέλοντας να τιμήσει τους νεκρούς του πολέμου, τονίζει πως τόσο οι πλούσιοι όσο και οι φτωχοί πολίτες της Αθήνας, έδειξαν γενναιότητα και θυσίασαν τη ζωή τους.

πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Οι άνθρωποι αυτοί που θέλει να τιμήσει ο ποιητής, παρά το γεγονός ότι είναι αφοσιωμένοι στην υπεράσπιση των αρχών τους και παραμένουν πάντοτε ειλικρινείς, δεν μισούν, δεν μνησικακούν απέναντι στους ανθρώπους που καταφεύγουν στο ψέμα. Οι ηρωικοί άνθρωποι που επαινεί ο ποιητής έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν πως ο αγώνας που οι ίδιοι δίνουν είναι δύσκολος και δεν είναι εφικτός για όλους. Κατανοούν, δηλαδή, πως πολλοί άνθρωποι γύρω τους δεν έχουν την ηθική και ψυχική δύναμη να δώσουν ένα ανάλογο αγώνα, γι’ αυτό και αποδέχονται εκείνους που κάνουν λάθη, ψεύδονται και αμαρτάνουν.
Το ηθικό μεγαλείο ενός ανθρώπου, άλλωστε, γίνεται εμφανές όχι μόνο από το πόσο αυστηρός μπορεί να είναι απέναντι στον εαυτό του, αλλά κι από την κατανόηση που δείχνει στις αδυναμίες και τα ελαττώματα των συνανθρώπων του.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Ο ποιητής δανειζόμενος εκ νέου στοιχεία από τη Μάχη του Μαραθώνα, τονίζει πως ακόμη μεγαλύτερη τιμή αξίζει στους ανθρώπους αυτούς όταν ξέρουν πως ο σκοπός για τον οποίο παλεύουν είναι καταδικασμένος. Όταν γνωρίζουν, δηλαδή, ότι παρά τις δικές τους προσπάθειες και θυσίες, στο τέλος θα ηττηθούν και θα επικρατήσει η ανηθικότητα ή οποιαδήποτε άλλη αρνητική έκφανση της ανθρώπινης δράσης.
Όπως συνέβη δηλαδή με τους Σπαρτιάτες που προδόθηκαν από τον Εφιάλτη, έτσι και οι γενναίοι αυτοί άνθρωποι που υπερασπίζονται τις δικές τους Θερμοπύλες, γνωρίζουν συχνά, το προβλέπουν, πως ο αγώνας τους δεν θα ευτυχήσει, εντούτοις παραμένουν ακλόνητοι στις πεποιθήσεις τους και παλεύουν για ό,τι θεωρούν σημαντικό μέχρι τέλους.

Κυριακή 19 Μαΐου 2019

Ύλη εξετάσεων 2018- 2019

Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

1. Του γιοφυριού της Άρτας, Δημοτικό τραγούδι                         

2. Θούριος, Ρ.Βελεστινλής                                                              

3. Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Δ.Σολωμός                                     

4. Όσο μπορείς, Κ.Π.Καβάφης                                                       

5. Πρώτες Ενθυμήσεις, Π.Δέλτα                                           

6.Αυτοβιογραφία, Ε.Μαρτινέγκου                         
                       
7. Ζητείται ελπίς, Α.Σαμαράκης                                                    

8. Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου, Δ.Χατζής

Μαρτινέγκου Αυτοβιογραφία


Σημειώσεις για την Αυτοβιογραφία 

Σημειώσεις Ελεύθεροι Πολιορκημένοι


Ελεύθεροι πολιορκημένοι   Διον. Σολωμού
Το έργο
Στο διάστημα της πολιορκίας του Μεσολογγίου από τους Τούρκους ο ποιητής βρισκόταν στο απέναντι μέρος, στην πατρίδα του τη Ζάκυνθο, και συμμετείχε ψυχικά στο δράμα των Μεσολογγιτών. Από αυτή τη βίωση των γεγονότων προέκυψε το ποίημα του χρέους(Χρέος ήταν η πρώτη ονομασία του ποιήματος, που αργότερα πήρε τον τίτλο Ελεύθεροι πολιορκημένοι , το οποίοι ποιητής αρχίζει να συνθέτει το 1826. Το ποίημα αυτό απασχόλησε τον ποιητή όσο κανένα άλλο, όμως ποτέ δεν ολοκληρώθηκε και έφτασε σ΄ εμάς σε αποσπάσματα, τα οποία ανήκουν σε Τρία Σχεδιάσματα, που το καθένα αντιπροσωπεύει όχι μόνο διαφορετικό στάδιο επεξεργασίας αλλά και διαφορετική ποιητική αντίληψη

Το ιστορικό πλαίσιο

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι αναφέρονται στη δωδεκάμηνη πολιορκία του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1825-Απρίλιος 1826) από τους Τούρκους και στη συνέχεια από τους Αιγυπτίους. Οι Μεσολογγίτες αμύνονται κατά τη διάρκεια της Πολιορκίας με σθένος. Υπομένουν καρτερικά και παλεύουν απέναντι στο Κακό: Τις φυσικές κακουχίες (πείνα, αρρώστιες, τον θάνατο), τον εξωτερικό εχθρό δηλ. τους Τούρκους, αλλά και τον εσωτερικό δηλ. τον ίδιο τους τον εαυτό που τους καλεί να γευτούν τον πειρασμό της άνοιξης και του έρωτα, την ίδια τη ζωή, συνθηκολογώντας με τον εχθρό. Αυτοί όμως κατόρθωσαν να νικήσουν το Κακό, διατηρώντας ακέραιο το ήθος τους παραμένοντας ουσιαστικά, εσωτερικά ελεύθεροι, αν και ήταν πολιορκημένοι. Το Καλό νίκησε και η εσωτερική τους πάλη, τους έκανε να ξεπεράσουν την ανθρώπινη τους φύση και να τους οδηγήσει στην ηθική ολοκλήρωση

Σχεδίσμα Β, Απόσπασμα 1


Το θέμα του συγκεκριμένου αποσπάσματος είναι η πείνα και η εξάντληση των αγωνιστών που πολιορκούνταν στο Μεσολόγγι το 1826

‘Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει’
Στον στίχο αυτό δεσπόζει το ρήμα βασιλεύει που τοποθετημένο στο τέλος δίνει έμφαση με τη βαρύτητα που έχει ως σημασία. Δεν υπάρχει απλά ησυχία .Κυριαρχεί απόλυτη σιωπή και το ρ. βασιλεύει δίνει απόλυτα αυτή την εντύπωση. Επίσης δημιουργείται ένα τέτοιο αισθητικό αποτέλεσμα αφού χρησιμοποιείται μεταφορικά
Αξιοσημείωτη είναι η επιλογή των λέξεων άκρα του τάφου σιωπή από τον ποιητή. Οι  συγκεκριμένες λέξεις μπορούν να συσχετισθούν μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους,  ως εξής: άκρα σιωπή δηλ απόλυτη σιωπή . Επίσης, άκρα του τάφου, που ισοδυναμεί με τον υπερθετικό βαθμό του επιθέτου δηλ. ακρότατη .και τέλος, του τάφου σιωπή , που ισοδυναμεί με την νεκρική σιωπή. Η χρήση λοιπόν της λέξης τάφος περιγράφει βιωματικά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την έννοια της απόλυτης σιωπής, πράγμα που δεν θα μπορούσε να γίνει ΄τόσο αποτελεσματικά με τη χρήση άλλης λέξης
Σημείωση: Είναι γνωστή η «αγωνία του λόγου», όπως λέμε ενός ποιητή και ειδικά του Σολωμού που πασχίζει να βρει τη «μοναδική» λέξη για να «ντύσει» το περιεχόμενο του με την καλύτερη δυνατή μορφή. Το λογοτεχνικό ύφος αποτελεί τις συγκεκριμένες  λεκτικές επιλογές ενός ποιητή που γίνονται μέσα από τη βιωματική-συγκινησιακή χρήση της γλώσσας.
Έτσι ο α΄ στίχος με τις συγκεκριμένες λεκτικές επιλογές αναδεικνύει απόλυτα την αίσθηση και την εικόνα της απόλυτης ακινησίας

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει
Σε αντίθεση με τον α΄ στίχο έρχεται ο β΄ με την παρουσία εμψύχων, τη δράση και τη συναισθηματική αντίδραση. Αυτό δηλώνεται με τη συσσώρευση τριών ρημάτων (σε σχέση με το ένα του α΄ στίχου). Αξιοσημείωτη είναι η παρήχηση του λ και του ρ, που αισθητοποιούν με τον καλύτερο τρόπο την αντίθεση ανάμεσα στο πουλάκι ,που έχει κάτι να φάει και τη Μεσολογγίτισσα μάνα που το ζηλεύει γιατί δεν έχει να ταΐσει το παιδί της. Το ανθρώπινο πλάσμα, το ανώτερο στην κυριαρχία των όντων, βρίσκεται σε κατώτερη μοίρα από το πουλί, το υποδεέστερο

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε. Στα μάτια η μάνα μνέει
Το α΄ ημιστίχιο με μια χαρακτηριστική οπτική εικόνα «δείχνει» το μέγεθος της πείνας. Ταυτόχρονα μας θυμίζει εκείνη την έκφραση «μαύρισε το μάτι μου», έκφραση που απεικονίζει παραστατικά τη μεγάλη στέρηση. Η επανάληψη της λ. μάτια, επισημαίνει το σημείο όπου φανερώνεται η στέρηση. Η πείνα λοιπόν, αποτυπώνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, στα μάτια, που αποτελούν το πολυτιμότερο αγαθό του ανθρώπου. Και είναι το πολυτιμότερο αγαθό, αφού ένας από τους βαρύτερους όρκους, αναφέρεται σ΄ αυτά: «στο φως μου».(Ας θυμηθούμε και την τρυφερή προσφώνηση της μάνας στο παιδί «μάτια μου».

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει
Κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου βρίσκονταν σ αυτό και πολλοί Σουλιώτες. Εδώ λοιπόν έχομε τη συγκλονιστική εικόνα του Σουλιώτη πολεμιστή, (καλός όχι με την στενά ηθική σημασία, αλλά με την πολεμική τελειότητα), ο οποίος στέκει «παράμερα», και κλαίει, όχι φυσικά από φόβο, αλλά από φιλότιμο και πίκρα, γιατί η πείνα τον έχει αποδυναμώσει, και έχει έτσι αχρηστεύσει την ιδιότητα του πολεμιστή. Το «κλαίει» δεν είναι δειλία είναι  περηφάνια. Αυτή η εικόνα έρχεται σε αντίθεση με με τη εικόνα του γενναίου και σκληροτράχηλου πολεμιστή.

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ΄ έχω ‘ γώ στο χέρι:
οπού συ μου ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει»
Εδώ ο Σουλιώτης απευθύνεται στο τουφέκι του (προσωποποίηση), αποκαλώντας το έρμο και σκοτεινό (=καημένο, παρατημένο, δύστυχο), θεωρώντας μάταιη την ύπαρξη του. Στον τελευταίο στίχο α) αιτιολογείται το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων στίχων και β) επιτείνεται η απελπισία του πολεμιστή που οφείλεται στο γεγονός ότι οι εχθροί γνωρίζουν την εξάντληση και την αδυναμία του, πράγμα που κάνει τη θέση των πολιορκημένων, ακόμη δυσχερέστερη.

Σημειώσεις
Τα πρόσωπα του «δράματος»
Η Μεσολογγίτισσα μάνα εκπροσωπεί τον άμαχο πληθυσμό, ενώ ο Σουλιώτης υπερασπιστής του Μεσολογγίου, τους πολεμιστές .Τα δύο αυτά πρόσωπα έχουν κοινά χαρακτηριστικά: α) και οι δύο είναι πεινασμένοι και εξαντλημένοι β) και οι δύο βρίσκονται παράμερα, στο περιθώριο γ) και οι δύο έχουν χάσει τις πραγματικές τους ιδιότητες: η μάνα της τροφού  και ο Σουλιώτης του πολεμιστή.


Εκφραστικά μέσα
Ο ποιητής, προκειμένου να «ντύσει» το περιεχόμενο των στίχων του με το τελειότερο «ένδυμα», την τελειότερη μορφή και παράλληλα να αισθητοποιήσει μα τον πιο παραστατικό τρόπο την δραματική κατάσταση των πολιορκημένων χρησιμοποιεί τα παρακάτω εκφραστικά μέσα:
  • Εικόνες(ηχητικές και οπτικές): ο κάμπος με τη νεκρική σιωπή, το πουλί που λαλεί και τρώει, η μάνα με τους μαύρους κύκλους  στα μάτια, ο Σουλιώτης που κλαίει και μιλάει στο τουφέκι του.
  • Ο διάλογος του Σουλιώτη με το τουφέκι του (προσωποποίηση)
  • Η μεταφορά: του τάφου, βασιλεύει, σκοτεινό)
  • Παρήχηση του λ και του ρ: λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί
  • Επανάληψη: τα μάτια….στα μάτια
  • Αντιθέσεις: α)Ο α΄ με τον β΄ στίχο, δηλ. η απόλυτη, νεκρική σιωπή και ακινησία με τη κίνηση, τη δράση και την ύπαρξη εμψύχων. β)το α΄ ημιστίχιο του β΄ στίχου, με το β΄ ημιστίχιο: το πουλάκι έχει να φάει εν αντιθέσει με τον άνθρωπο, ένα όν ανώτερο.γ)Η εικόνα του καλού Σουλιώτη έρχεται σε αντίθεση με την αναμενόμενη εικόνα του γενναίου πολεμιστή. δ) μπορούμε να αναφέρουμε και τον τίτλο του αποσπάσματος ελεύθεροι(εσωτερικά) αλλά πολιορκημένοι( από τον φυσικό εχθρό και τον πόθο για τη ζωή που οργιάζει έξω)
  • Χρήση επιθετικών προσδιορισμών: άκρα σιωπή, Σουλιώτης ο καλός, τουφέκι σκοτεινό, αλλά και ελεύθεροι πολιορκημένοι(αντιφατικός)


Σχεδίασμα Β, Απόσπασμα 2
Το θέμα του αποσπάσματος είναι η ομορφιά της ανοιξιάτικης φύσης, που καλεί τους Μεσολογγίτες να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους και να απολαύσουν τη ζωή.

Δομή: Στιχ. 1-3 μας δίνεται το θέμα, στιχ. 3-11 οι εικόνες της φύσης, στιχ. 12-13 η πρόκληση της φύσης να εγκαταλείψουν τον αγώνα.

Στιχ. 1-2: Η φανταστική εικόνα του χορού ανάμεσα στον Απρίλη και τον Έρωτα
Στον 1ο στίχο αξιοπρόσεκτες είναι δύο προσωποποιήσεις που λειτουργούν συμβολικά: Ο Απρίλης, μήνας της άνοιξης, οπότε ανθίζουν τα περισσότερα φυτά, συμβολίζει την αναγέννηση και την ομορφιά της φύσης, ενώ ο Έρωτας συμβολίζει τη δημιουργία και γενικότερα τη χαρά. Επίσης τα ρήματα χορεύουνε και γελούνε


συμπληρώνουν το σκηνικό της γιορτινής ατμόσφαιρας. Είναι λοιπόν ξεκάθαρη η δραματική αντίθεση ανάμεσα στην γιορτή της φύσης και το τραγικό σκηνικό της πολιορκημένης πόλης.
Στο στχ. 2, παρατηρούμε τη σύγκριση που εξισώνει τα όπλα με τα άνθη και τους καρπούς(κι όσα΄……τόσα).Το β΄ πρόσωπο (σε) στο οποίο απευθύνεται ο ποιητής είναι η ψυχή των πολιορκημένων.

Στιχ. 3-11: Οι εικόνες της ανοιξιάτικης φύσης
Εδώ έχουμε 4 εικόνες, πραγματικές πια και όχι φανταστικές: Οι 3 είναι από τον κόσμο των έμψυχων και η 4η από τον κόσμα των ανόργανων πραγμάτων.
1η εικόνα: παρουσιάζει ένα κοπάδι λευκά πρόβατα και το είδωλο τους πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας καθώς ενώνεται με τις ομορφιές του ουρανού, που καθρεφτίζονται κι αυτές στο νερό. Στην εικόνα υπάρχει κίνηση (κινούμενο) και ήχος( βελάζει). Αξιοσημείωτος είναι ο συσχετισμός των τριών στοιχείων της φύσης, βουνού, θάλασσας και ουρανού, αφού ο ποιητής παρομοιάζει το λευκό κοπάδι των προβάτων ως προς το σχήμα του με λευκό βουναλάκι, σχήμα το οποίο καθρεπτίζεται πάνω στα νερά της θάλασσας, σμίγοντας με την ομορφιά του ουρανού.
2η εικόνα: παρουσιάζει μια γαλάζια πεταλούδα, από τη μια να είναι βιαστική και να καθρεφτίζεται στα νερά της λίμνης του Μεσολογγίου και από την άλλη να κοιμάται μέσα σ΄ έναν ευωδιαστό άγριο κρίνο.(οσφρητική εικόνα)
3η εικόνα: Ένα μικρό και ασήμαντο σκουλήκι σε στιγμές χαράς και ευτυχίας.
4η εικόνα:εδώ έχουμε τα άψυχα της φύσης(μαύρη πέτρα) και τα νεκρά(ξερό χορτάρι), που μετουσιώνονται σε πανέμορφα(ολόχρυσα).Η εικόνα αυτή όπως και η προηγούμενη, υποδηλώνουν ότι και τα πιο απλά, ασήμαντα πλάσματα, όπως το σκουλήκι, ακόμα και τα ανόργανα, όπως η πέτρα και τα χόρτα, τώρα την άνοιξη αποκτούν εξαιρετική ομορφιά, γεγονός που κάνει ακόμη πιο δύσκολα τον αγώνα των πολιορκημένων.
Σημειώσεις: α)Αξιοπρόσεκτο είναι ότι οι εικόνες δίνονται σε φθίνουσα κλίμακα: από το μεγάλο και το ευρύ στο μικρό και ασήμαντο: από τη εικόνα της θάλασσας και του ουρανού προχωρούμε σε μικρότερο οπτικό πεδίο, για να καταλήξουμε στην εικόνα με το σκουλήκι και με την χωρίς στοιχείο ζωής τελευταία εικόνα.
β) Ο στιχ. 10 αποτελεί την κατακλείδα των εικόνων και δίνει άλλες διαστάσεις στην ομορφιά της φύσης μεταφέροντας την στην σφαίρα του μαγικού και του ονειρικού.
γ)στις 3 πρώτες εικόνες κυριαρχεί μια κίνηση σε αντίθεση με την 4η όπου υπάρχει ακινησία.
δ)Με όλες αυτές τις εικόνες ο ποιητής αγκαλιάζει όλη την πλάση(ουρανό,γη, θάλασσα), αλλά και το σύνολο των ζώων, αυτά που περπατούν (πρόβατα), πετούν (πεταλούδα) ή έρπουν( σκουλήκι) ακόμη και τα μη έμβια. Έτσι ο ποιητής με την τεχνική της εικόνας πραγματοποιεί την πρόθεσή του, που είναι παρουσιάζει όλα τα στοιχεία της φύσης να πολιορκούν την ανθρώπινη ψυχή και να την προκαλούν να απολαύσει την ομορφιά της άνοιξης, εγκαταλείποντας τον αγώνα.

Στιχ. 12-13 Η ιδέα του ποιητή-Το τραγικό δίλημμα των πολιορκημένων
Η ζωή που ξεχύνεται (χύνεται) και μιλάει(κρένει) με πληθωρικό τρόπο καλεί τους Μεσολογγίτες; να την απολαύσουν, εγκαταλείποντας τον αγώνα τους. Μάλιστα τώρα την άνοιξη η ζωή είναι χίλιες φορές πιο όμορφη και επομένως όποιος την εγκαταλείψει πεθαίνει χίλιες φορές! Η γλυκιά αυτή πρόκληση δημιουργεί δίλημμα στη ψυχή των πολιορκημένων ανάμεσα στην απόλαυση της ζωής και τον ηρωικό αγώνα. Προφανώς με την επιλογή τους και την ηρωική έξοδο τους, έδωσε αφορμήστον ποιητή να εκφράσει την ιδέα του: Η εσωτερική ελευθερία , παρά τη όποια πάλη, νικάει την όποια μορφή βίας(φυσικός εχθρός-Τούρκοι, βασανιστική ομορφιά της φύσης, επιθυμία για ζωή).



Γιατί «Ελεύθεροι πολιορκημένοι;»

Ο άνθρωπος ακόμη κι αν του στερήσουν τα πάντα, έχει κάτι απόλυτα δικό του: την ψυχή του και τη θέληση που ξεπηδάει απ΄ αυτήν. Όταν είναι δοσμένη σε κάτι υψηλό, καμιά εξωτερική βία δεν είναι ικανή να την υποδουλώσει. Όσο η ψυχή παλεύει γι αυτό, μένει ελεύθερη. Έτσι και οι Μεσολογγίτες αν και ήταν πραγματικά πολιορκημένοι,(και απ τους Τούρκους και από τη πείνα και από τον πόθο της ζωής)  παρέμειναν ψυχικά-εσωτερικά ελεύθεροι. Γίνεται δούλος ο άνθρωπος όταν η ψυχή του αδειάζει και η θέληση του για αντίσταση ναρκώνεται.

Οσο μπορείς , Κ.Π.Καβάφης


Σημειωσεις για το ποιημα εδω

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Τώρα: σχόλια


Για σχόλια σχετικά με το ποίημα πατήστε εδώ

Α. Χριστόπουλος

Χριστόπουλος Αθανάσιος


Τόπος Γέννησης:Καστοριά
Έτος Γέννησης:1772
Έτος Θανάτου:1847
Λογοτεχνικές Κατηγορίες:Ποίηση
Θέατρο - Σενάριο
Μελέτη

Βιογραφικό Σημείωμα
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (1772-1847)


Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος γεννήθηκε στην Καστοριά. Γιος κληρικού πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του λόγω οικονομικών δυσχερειών. Μαθήτευσε στο Λύκειο Βουκουρεστίου με δάσκαλο τον Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, ο οποίος άσκησε μεγάλη επίδραση στις γλωσσικές και φιλοσοφικές απόψεις του Χριστόπουλου. Σπούδασε ιατρική, φιλοσοφία, ξένες γλώσσες και λατινικά στη Βούδα και το 1794 έφυγε για την Πάντοβα, όπου, αν και ξεκίνησε με σπουδές ιατρικής, κατέληξε να αφοσιωθεί στα νομικά. Το 1797 επέστρεψε στο Βουκουρέστι, γνώρισε τον Λάμπρο Φωτιάδη και μπήκε στον κύκλο του Καταρτζή. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως οικοδιδάσκαλος στην Αυλή του ηγεμόνα Μουρούζη και απέκτησε τον τίτλο του καμινάρη. Ακολούθησε ένα διάστημα παραμονής στην Πόλη. Μετά το 1812 πέρασε στην Αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας Ιωάννη Καρατζά και ανακηρύχτηκε άρχων μέγας λογοθέτης. Με ανάθεση του Καρατζά ο Χριστόπουλος συνέγραψε το Ιδιωτικό Δίκαιο από κοινού με τον αδερφό του Κυριάκο, και έγινε νομικός σύμβουλος του Καρατζά. Μετά την ανάκληση του τελευταίου από την ηγεμονία το 1820 ο Χριστόπουλος έφυγε για την Τρανσυλβανία, όπου συνέχισε τη συγγραφική του δραστηριότητα. Ταξίδεψε στα Επτάνησα ως απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρίας και έμεινε δύο μήνες στη Ζάκυνθο, υπήρξε μέλος της επαναστατικής επιτροπής στις Ηγεμονίες και σύμβουλος του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Μετά την επανάσταση προσπάθησε να εγκατασταθεί στον απελευθερωμένο ελλαδικό χώρο, αναγκάστηκε ωστόσο, κυρίως λόγω του αντιφαναριωτικού πνεύματος που κυριαρχούσε, να φύγει το 1836 ξανά για την Τρανσυλβανία. Πέθανε το Γενάρη του 1847 στο Βουκουρέστι. Το συγγραφικό έργο του Χριστόπουλου περιλαμβάνει μια Γραμματική της αιολοδωρικής διαλέκτου (1805), όπου υποστήριξε τη γλωσσική θεωρία του Καταρτζή και υπεραμύνθηκε της ‘λαλουμένης’ γλώσσας, το τετράπρακτο ιστορικό δράμα Αχιλλεύς, που παραστάθηκε στην Αυλή του Μουρούζη με τον τίτλο Ο θάνατος του Πατρόκλου και αποτελεί πρωτόλειο έργο με σαφείς επιδράσεις από τον Διαφωτισμό και τις ιδέες περί αναβίωσης των αρχαιοελληνικών προτύπων, τα Λυρικά, συλλογή βακχικών και ερωτικών (σύμφωνα με δικούς του χαρακτηρισμούς) ποιημάτων, στα οποία συνυπάρχουν η αισιοδοξία και η μελαγχολία, ο ύμνος του έρωτα και η ηθική της ζωής και της ύπαρξης με το στοιχείο του εφήμερου του βίου. Ο Χριστόπουλος μπόλιασε την φαναριώτικη ποίηση με στοιχεία της γαλλικής ποίησης του 18ου αιώνα και της ιταλικής ανακρεόντειας τάσης και τα έργα του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στην εποχή τους. Ο Λίνος Πολίτης στην Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας χαρακτηρίζει τον Χριστόπουλο πρόδρομο του Σολωμού στα πρώτα του βήματα, ως προς τη γλώσσα και τη στιχουργική. Πρέπει να επισημανθεί τέλος η συγγραφή μεταφράσεων, αρχαιολογικών μελετών, πολιτικών σκέψεων και κριτικών δοκιμίων και γενικότερα η πνευματική πολυπραγμοσύνη του.
(Πηγή : Εθνικό Κέντρο Βιβλίου)

Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου


 Πολλές πληροφορίες για το απόσπασμα του σχολικού μας βιβλίου μπορείτε να βρείτε εδώ.


 Για την ανάλυση του αποσπάσματος πατήστε  εδώ.
(Παρουσίαση : slideshare )

Δ,Χατζής Βιογραφία

Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
Χατζής Δημήτρης

  

Τόπος Γέννησης:Ιωάννινα
Έτος Γέννησης:1913
Έτος Θανάτου:1981
Λογοτεχνικές Κατηγορίες:Πεζογραφία
Δοκίμιο

Βιογραφικό Σημείωμα
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ (1913-1981)


Ο Δημήτρης Χατζής γεννήθηκε στα Γιάννενα, γιος του Γεώργιου Χατζή, ποιητή (έγραφε με το ψευδώνυμο Πελλερέν) και εκδότη της εφημερίδας Ήπειρος , και της Αθηνάς το γένος Κυριακοπούλου από το Αίγιο. Είχε έξι αδέρφια. Παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα στην Ιόνιο Σχολή της Αθήνας, αναγκάστηκε όμως να διακόψει το 1930 μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του και επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου ανέλαβε τη συνέχιση της έκδοσης της εφημερίδας και τη συντήρηση της οικογένειάς του. Εκεί τέλειωσε το Γυμνάσιο (Ζωσιμαία Σχολή) και στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του για οικονομικούς λόγους. Το 1932 ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με μαρξιστικούς κύκλους και το 1935 γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. και υπηρέτησε την ιδεολογία του στα Γιάννενα. Ένα χρόνο αργότερα τον συνέλαβε η αστυνομία του Μεταξά και το δικτατορικό καθεστώς τον εξόρισε στη Φελέγανδρο (επέστρεψε το 1937). Μετά την έισοδο των Γερμανών στη χώρα έφυγε για την Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στο ΕΑΜ και στη συνέχεια βγήκε στο αντάρτικο · συνεργάστηκε με τον αντιστασιακό τύπο και στη συνέχεια με την εφημερίδα Ελεύθερη Ελλάδα, στην οποία παρέμεινε ως υπέυθυνος σύνταξης ως το κλείσιμό της (1947). Το καλοκαίρι του 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία. Μετά το τέλος του εμφυλίου κατέφυγε ως πολιτικός πρόσφυγας αρχικά στη Ρουμανία και στη συνέχεια στην Ουγγαρία, (που έγινε η δεύτερη πατρίδα του · εκεί έμεινε για τριάντα περίπου χρόνια και έκανε τον πρώτο του γαμο), όπου μελέτησε βυζαντινή και μεταβυζαντινή ιστορία και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, κοντά στον καθηγητή Γκιούλα Μόραβσικ. Με τη βοήθεια του προηγουμένου πραγματοποίησε ερευνητική εργασία και διδακτορική διατριβή με θέμα Οι μονωδίες για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, με υποτροφία στην Ακαδημία Επιστημών του Ανατολικού Βερολίνου. Το 1962 επέστρεψε στη Βουδαπέστη, όπου εργάστηκε ως βοηθός καθηγητής στην έδρα της βυζαντινής φιλολογίας και ίδρυσε το Νεοελληνικό Ινστιτούτο, ενώ παράλληλα δημοσίευσε επιστημονικές μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά και υπήρξε επιμελητής των εκδόσεων μεταφράσεων νεοελλήνων λογοτεχνών στα ουγγρικά από τον εκδοτικό οίκο Europa. Το 1967 η δικτατορία του Παπαδόπουλου του απαγόρευσε την επιστροφή στην Ελλάδα. Το 1968 έφυγε από την Ουγγαρία, έχοντας προηγουμένως αρνηθεί την ουγγρική υπηκοότητα και ταξίδεψε για λίγο στο Παρίσι, κατόπιν πιέσεων της γαλλικής αστυνομίας να ζητήσει πολιτικό άσυλο όμως, αρνήθηκε τη θέση βοηθού στην έδρα νεοελληνικών σπουδών που του προσφέρθηκε από το Πανεπιστήμιο και γύρισε στη Βουδαπέστη. Το 1973 εργάστηκε ως καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και δημοσίευσε μαζί με τον Θανάση Χατζή ένα βιβλίο για τη δικτατορία στην Ελλάδα, όπου επέστρεψε οριστικά το καλοκαίρι του 1975, όταν ακυρώθηκαν οι δυο καταδίκες σε θάνατο για  λιποταξία, που τον βάρυναν από την εποχή του εμφυλίου. Το 1975 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στη Σχολή Μηχανολόγων του Πανεπιστημίου Πατρών με μεγάλη επιτυχία · μετά από αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων του Πανεπιστημίου και του Υπουργείου Παιδείας, τα μαθήματα διακόπηκαν. Από το 1975 ως το 1980 ανέπτυξε έντονη πολιτιστική δραστηριότητα, δίνοντας διαλέξεις και συμμετέχοντας σε συζητήσεις σε σχολεία και πανεπιστήμια. Την ίδια περίοδο συνεργάστηκε με τα περιοδικά Δομή και Αντί και εξέδωσε το περιοδικό Πρίσμα, που κυκλοφόρησε τέσσερα τεύχη (το τελευταίο μετά το θάνατό του). Το 1979 παντρεύτηκε την ιστορικό Καίτη Χατζή, με την οποιά απέκτησε μια κόρη την Ελένη - Αγγελίνα. Πέθανε σε σπίτι φίλων στη Σαρωνίδα από καρκίνο των βρόγχων. Οι πρώτες λογοτεχνικές προσπάθειες του Δημήτρη Χατζή τοποθετούνται γύρω στο 1930, οπότε άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε εφημερίδες της Ηπείρου. Το 1947 εκδόθηκε το μηθιστόρημά του Η Φωτιά. Ακολούθησαν τέσσερις συλλογές διηγημάτων και ένα ακόμη μυθιστόρημα, καθώς επίσης πολλά δημοσιεύματά του σε εφημερίδες και περιοδικά, που παρέμειναν ανέκδοτα. Το έργο του τοποθετείται στο χώρο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ανήκει στους ανανεωτές ρεαλιστές συγγραφείς της μεταπολεμικής ελληνικής πεζογραφίας με κυρίαρχο στοιχείο της γραφής του τον κοινωνικό προβληματισμό. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η συχνά έντονα λυρική διάσταση του λόγου του και η ιδιαίτερη προσοχή που έδωσε στη γλωσσική του έκφραση.
 Πηγη : Εθνικό Κέντρο Βιβλίου