Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

"Γιατί μ΄αγάπησες"

Μαρία Πολυδούρη, Μόνο γιατί μ' αγάπησες: ανάλυση του ποιήματος


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Γεννήθηκε την  1η Απριλίου 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές αντιλήψεις. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα ενώ είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.
Στα γράμματα εμφανίστηκε σε ηλικία 14 ετών με το πεζοτράγουδο "Ο πόνος της μάνας". Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μοιρολόγια που άκουγε στη Μάνη. Στα 16 της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920, σε διάστημα σαράντα ημερών, έχασε και τους δύο γονείς της.
Το 1921 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας που μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της.
Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922. Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών ενώ ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα ενώ εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον "Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων" (1919) και τα "Νηπενθή" (1921) και είχε ήδη κερδίσει την εκτίμηση κάποιων κριτικών και ομότεχνών του. Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης ανακάλυψε ότι έπασχε από σύφιλη, μία νόσο που τότε ήταν ανίατη και αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Ενημέρωσε αμέσως την αγαπημένη του Μαρία και της ζήτησε να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, όμως εκείνος ήταν πολύ περήφανος για να δεχτεί τη θυσία της. Η Μαρία αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του και θεώρησε ότι η ασθένειά του ήταν πρόσχημα του εραστή της για να την εγκαταλείψει.
Το 1924 μπήκε στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι. Ήταν νέος, ωραίος και πλούσιος και η Πολυδούρη τον αρραβωνιάστηκε στις αρχές του 1925. Η Μαρία όμως αγαπούσε πάντα τον Καρυωτάκη. Παρά την αφοσίωση του  αρραβωνιαστικού της, η Πολυδούρη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμία δραστηριότητα. Έχασε τη δουλειά της στο δημόσιο μετά από αλλεπάλληλες απουσίες και εγκατέλειψε τη Νομική. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και μάλιστα πρόλαβε να εμφανιστεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.
Το καλοκαίρι του 1926 διέλυσε τον αρραβώνα της και έφυγε για το Παρίσι. Σπούδασε ραπτική αλλά δεν πρόλαβε να εργαστεί γιατί προσβλήθηκε από φυματίωση. Επέστρεψε στην Αθήνα και συνέχισε τη νοσηλεία της στη "Σωτηρία" όπου έμαθε για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή "Οι τρίλιες που σβήνουν" και το 1929 τη δεύτερη, "Ηχώ στο χάος". Η Πολυδούρη άφησε δύο πεζά έργα, το Ημερολόγιό της και μία ατιτλοφόρητη νουβέλα με την οποία σαρκάζει ανελέητα το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της. Η φυματίωση όμως τελικά την κατέβαλε και, τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 άφησε την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χρηστομάνου.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ
Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη γενιά του 1920, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι ο δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς επιδράσεις από τον έρωτα της ζωής της Κώστα Καρυωτάκη αλλά και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν συχνά κάποιες τεχνικές αδυναμίες και στιχουργικές ευκολίες του έργου της. Ο Κ. Σεργιόπουλος έχει πει για την Πολυδούρη: "Η Μαρία Πολυδούρη έγραφε τα ποιήματά της όπως και το ατομικό της ημερολόγιο. Η μεταστοιχείωση γινόταν αυτόματα και πηγαία {...}, γι’ αυτήν η έκφραση εσήμαινε κατ' ευθείαν μεταγραφή των γεγονότων του εσωτερικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα με όλες τις γενικεύσεις και τις υπερβολές, που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση...".
Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
"Συνήθως η αυθορμησία είναι το έδαφος της πρώτης ύλης, που έρχεται άμεσα από την ψυχή μαζί με τη φωνή, η ίδια φυσική φωνή ως φορέας συναισθημάτων. Χρειάζεται πάντα και κάτι άλλο για να γίνει ποίηση αυτή η πρώτη ύλη. Χρειάζεται τέχνη, που θα μετουσιώσει την ύλη σε μουσική, αφού την απαλλάξει από το βάρος της ζωτικής ανάγκης, που την κρατεί στο επίπεδο των συναισθηματικών εκκενώσεων. Και όμως η ποίηση της Μαρίας Πολυδουρη μοιάζει να' ναι ευθύς αμέσως έτοιμη, χωρίς να 'χει ανάγκη να υποστεί αυτή την αλλοίωση και διαμόρφωση, σάμπως ο παράγων Τέχνη να 'ναι σύμφυτος με την ύλη και βγαίνει μαζί της με τη φωνή. Κινδυνεύει να μην είναι αποτέλεσμα από τη διαμορφωτική ενέργεια του πνεύματος, αλλά κατάσταση ψυχής."
"Το βλέπει κανείς πως η ποίηση αυτή είναι σκέτη, απλή ομιλία και εξομολόγηση" (Γιώργος Θέμελης)
Τα ίδια, περίπου, παρατηρεί και ο Κώστας Στεργιόπουλος:
"Γιατί η Πολυδούρη έγραφε τα ποιήματά της όπως και το ατομικό της ημερολόγιο. Η μεταστοιχείωση γινόταν αυτόματα και πηγαία. Κι αν στους περισσότερους της νεορομαντικής σχολής το βιωματικό στοιχείο - τόσο κυριαρχικό σε όλους τους - ήταν μια πρώτη ύλη που περνούσε από διαδοχικές διαφοροποιήσεις, ώσπου να φτάσει στο ποίημα, γι' αυτήν η έκφραση εσήμαινε κατ' ευθείαν μεταγραφή των γεγονότων του συναισθηματικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα της εποχής, με όλες τις εξιδανικεύσεις, τις ωραιοποιήσεις και τις υπερβολές, που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση κι η ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος."
Αλλά και ο Τέλλος Άγρας:
"Η ποιητική γλώσσα και η ομοιοκαταληξία της Πολυδούρη ως και η στιχουργία αυτής, παρ’ όλην την ποικιλίαν των ευχερώς χρησιμοποιηθέντων ρυθμών, από της οποίας μετέστη, τέλος εις τον ελεύθερον στίχον, χαρακτηρίζεται υπό φυσικότητος. "
" Η ποιητική έκφραση είναι γι’ αυτήν ζωτική ανάγκη, γιατί λειτουργεί σαν πράξη λύτρωσης από τα πάθη της, σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την ψυχική της ηρεμία. Μπροστά σ’ αυτή την επιτακτική ανάγκη έκφρασης, τα ζητήματα τεχνικής περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Αδυνατεί και, κυρίως, αδιαφορεί να υποτάξει το χειμαρρώδη λυρισμό της σε συμμετρικά σχήματα" (Τέλλος Άγρας).
ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
1.    Εντάσσεται στο λογοτεχνικό κλίμα του μεσοπολέμου. Σταθμός αυτής της περιόδου είναι η μικρασιατική καταστροφή του 1922, που ναυάγησε τις ελπίδες και τα όνειρα του νεότερου ελληνισμού.
2.    Τοποθετείται χρονικά στους επιγόνους της νεορομαντικής σχολής και συμπορεύθηκε με τη γενιά του Καρυωτάκη.
3.    Το βιωματικό υλικό στάθηκε η αποκλειστική πηγή έμπνευσής της και μεταγραφόταν αυτούσιο άμεσα στην ποίησή της.
4.    Είναι φύσει και θέσει ρομαντική, αυθεντική, πρωτότυπη, γνήσια.
5.    Αδιαφορεί να υποτάξει τον χειμαρρώδη λυρισμό της σε συμμετρικά σχήματα. Αυτό που διασώζει την ποίησή της είναι η γνησιότητα του πάθους, που οδηγεί συχνά σε ανεπανάληπτες δραματικές κορυφώσεις και η μουσικότητα του στίχου που αποδίδει τις συναισθηματικές μεταπτώσεις.
6.    Η λυτρωτική λειτουργία της ποίησης βοηθά την Πολυδούρη να βρει διέξοδο στο εκρηκτικό πάθος της, το οποίο εκδηλώνεται σε δύο άξονες: τον έρωτα και τον θάνατο.
ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Ανήκει στη συλλογή «οι τρίλιες που σβήνουν», η οποία δημοσιεύθηκε το 1928.(Τρίλια είναι το κελάηδημα ή η γρήγορη εναλλαγή δύο συνεχόμενων φθόγγων στη μουσική ορολογία).
Αποτελεί μια λυρική ελεγεία στην οποία η Πολυδούρη υμνεί την αγάπη που ένιωσε για κάποιον. Αν και το πρόσωπο δεν προσδιορίζεται, καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για τον μεγάλο της έρωτα, τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη.
ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Το ποίημα αποτελείται από πέντε στροφές και κάθε μια είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ξεχωριστή ενότητα.
Πρώτη στροφή (στίχοι 1-5):
Δεν τραγουδώ, παρά γιατί μ’ αγάπησες:
Η ποιήτρια ορίζει το κίνητρο και τον στόχο του ποιήματος.
Κίνητρο είναι η αγάπη και στόχος η εξωτερίκευσή της. Αυτή η αγάπη συνεχίζεται σε όλες τις εποχές, την οδηγεί σε συναισθηματική πληρότητα και μετουσιώνεται σε τραγούδι. Η Πολυδούρη ομολογεί ότι γράφει, γιατί κάποτε αγαπήθηκε. Η αγάπη καταξιώνει την ποιητική τέχνη.
Δεύτερη στροφή (στίχοι 6-10):
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα:
Εδώ αποσαφηνίζεται το είδος της αγάπης, που είναι η ερωτική αγάπη. Ένα άγγιγμα κι ένα φιλί αναστάτωσαν την ύπαρξη της ποιήτριας και χάραξαν την ψυχή της ανεξίτηλα. Η δύναμη του έρωτα που καθόρισε το παρελθόν της, εξακολουθεί να καθορίζει το παρόν και προφανώς θα καθορίζει το μέλλον της.
Τρίτη στροφή (στίχοι 11-15):
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο της ύπαρξής μου στέμμα:
Το πέρασμα από την αίσθηση της αφής στην αίσθηση της όρασης, της καταλυτικής επίδρασης του ερωτικού βλέμματος. Το ερωτικό βλέμμα είναι ο κρυφός κώδικας επικοινωνίας ανάμεσα σε δυο αγαπημένους. Μέσα από ένα τέτοιο βλέμμα η ποιήτρια βίωσε την καταξίωση της ύπαρξής της, τη δικαίωση, την ευτυχία και την εσωτερική πληρότητα.
Τέταρτη στροφή (στίχοι 16-20):
Μόνο γιατί μ αγάπησες γεννήθηκα, γι αυτό η ζωή μου εδόθη:
Η βίωση του έρωτα γίνεται αυτοσκοπός. Η συνάντηση με το ερωτικό «εσύ» έδωσε νόημα στην άχαρη ζωή της ποιήτριας, προσφέροντας την πλήρωση.
Πέμπτη στροφή (στίχοι 21-25):
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ αγάπησες έζησα … κι έτσι γλυκά πεθαίνω:
Η αγάπη εξιδανικεύεται, η ποιήτρια μυθοποιεί όχι μόνον τα συναισθήματα του αγαπημένου της, αλλά και τον ίδιο. Ο έρωτας προβάλλεται θεοποιημένος. Με τον θάνατο του καλού της βαδίζει και η ποιήτρια στο τέλος, μα καθώς αισθάνεται ότι έχει βιώσει το ύψιστο προνόμιο ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί, φεύγει ανώδυνα και ο θάνατος γίνεται πιο εύκολα αποδεκτός.
ΓΛΩΣΣΑ - ΥΦΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Το ποίημα είναι γραμμένο σε ζωντανή και άμεση δημοτική γλώσσα.
Το ύφος διακρίνεται για τη σαφήνεια και απλότητά του, αλλά και τον εξομολογητικό του χαρακτήρα.
Ο ρυθμός και ο τόνος του ποιήματος είναι μουσικός, γιατί έτσι εξυπηρετείται η ανάγκη της ποιήτριας να εκφράσει τα έντονα συναισθήματά της μουσικά.
METΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Ιαμβικό μέτρο υπάρχει στο ποίημα, γιατί ενδείκνυται καλύτερα σ ένα ποίημα που αποτελεί ύμνο στον έρωτα.
Η επανάληψη του πρώτου στίχου στον πέμπτο λειτουργεί ως επωδός, ενώ με την εναλλαγή δωδεκασύλλαβων, επτασύλλαβων και ενδεκασύλλαβων στίχων αποτρέπεται η μονοτονία και εξασφαλίζεται μουσική ποικιλία.
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ:
1.    Προσδίδει αμεσότητα και παραστατικότητα.
2.    Κάνει το ποίημα να μοιάζει με ημερολόγιο, ερωτική επιστολή ή ερωτικό διάλογο.
3.    Δεν γίνεται αόριστα λόγος για την αγάπη, αλλά η ποιήτρια απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα.
4.    Το ποίημα κερδίζει σε λυρισμό.
Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΜΜΕΣΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ:
Η ποιήτρια αναφέρεται συνεχώς στην αγάπη εκείνου προς αυτήν και τονίζει πως αυτή η αγάπη έδωσε νόημα και δικαίωσε τη ζωή της. Δεν μιλά καθόλου για τη δική της αγάπη. Μιλώντας για την αγάπη εκείνου προς αυτήν, εκφράζει σε αντανάκλαση τη δική της αγάπη για κείνον. Μάλιστα εκείνος που την αγάπησε δεν ζει πια. Και αυτή η έμμεση μετά θάνατον ερωτική εξομολόγηση αποτελεί τη βασική στρατηγική της ποιητικής έκφρασης μέσα στο ποίημα.
ΤΑ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ
1.Οι μεταφορές στους στίχους 9, 14, 23:
Έχω ένα ρίγος στην ψυχή, της ύπαρξής μου στέμμα, ωραίε που βασίλεψες.
2.Η παρομοίωση στον στίχο 8:
Ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
3.Οι επαναλήψεις (αναδίπλωση) στους στίχους 1 και 5, 6 και 10, 11 και 15, 16 και 20, 21 και 25
4.Η ποιητική αποστροφή στον στίχο 23: ωραίε
5.Οι εικόνες στους στίχους 3-5 και 6-8
6.Το σχήμα συνεκδοχής στον στίχο 11: τα μάτια σου με κύτταξαν
Η ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΜΟΝΟ
Η λέξη «μόνο» επαναλαμβάνεται 7 φορές μέσα στο ποίημα. Με τον τρόπο αυτό η Πολυδούρη επιδιώκει να παρουσιάσει τον έρωτά της ως την πηγή της ολοκλήρωσης και της ευτυχίας.
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
Δεν ξέρουμε αν η ίδια η ποιήτρια είχε συνείδηση της εξαιρετικής οξύτητας των ερωτικών της κραυγών. Προπάντων, αν είχε σκεφτεί άμεσα τον αναγνώστη, μ’ άλλα λόγια για τη φήμη. Ο συνηθισμένος τύπος του λογοτέχνη είναι εκείνος που ζει για να γράφει. Εκείνος δηλαδή, για τον οποίο τα ίδια τα πάθη αποκτούν αξία μόνο τη στιγμή που θα βρουν έκφραση καλλιτεχνική. Η Πολυδούρη όμως ζει για να ζήσει. Κι όταν χαράζει στο χαρτί τους στίχους της, δεν αποβλέπει στον αναγνώστη αλλά στην ίδια τη δική της ανάγκη να δώσει στο ηφαίστειό της διέξοδο.
[ … ] Παρ’ όλα αυτά νομίζω πως φτάνει να αγγίξουμε με το δάχτυλο την πληγή της Πολυδούρη για να νιώσουμε να μας διαπερνάει το ρίγος που έκανε και την ίδια να βγάζει αυτές τις κραυγές.
Πότε άλλοτε η ποίηση μας ανέβασε σε τέτοιες κορυφές ερωτικής απελπισίας;
Γιάννης Χατζίνης
Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΟΡΙΣΤΟΥ
Η επιλογή της ποιήτριας να τοποθετήσει ορισμένα ρήματα σε αόριστο χρόνο γίνεται για να δείξει το πέρας της ερωτικής σχέσης. Ακόμη κι αν εξακολουθεί να δέχεται τις ευεργετικές επιδράσεις του εξιδανικευμένου της έρωτα, η αγάπη που υμνεί έζησε στο παρελθόν.

 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Πρόταση του ποιήματος αποτελεί ο σύνδεσμος της ζωής με την ποίηση. Ένας σύνδεσμος που γίνεται δυνατός με τη μεσολάβηση του έρωτα. Με το έρωτα η ζωή ολοκληρώνεται και από τον έρωτα προκαλείται η ποίηση, που έχει ως λόγο ύπαρξης την έκφραση του έρωτα. Μέσα στο σχήμα της ταύτισης της ζωής με το ποιητικό έργο, η ζωή αποτελεί πρωταρχική αξία. Η ποιήτρια πιστεύει στη δύναμη και ειλικρίνεια του συναισθήματος, το οποίο αποδίδεται με ένταση ,αλλά χωρίς οξύτητα.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

"Ζητειται ελπίς" : Σημειώσεις μαθήματος


Στο παρακάτω ιστολόγιο θα βρείτε την ανάλυση του διηγήματος "Ζητείται Ελπίς" : Διδασκαλία φιλολογικών μαθημάτων

A. Σαμαράκης Βιογραφία

 

Τόπος Γέννησης:Αθήνα
Έτος Γέννησης:1919
Έτος Θανάτου:2003
Λογοτεχνικές Κατηγορίες:Πεζογραφία

Βιογραφικό Σημείωμα
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ (1919-2003)


Ο Αντώνης Σαμαράκης του Ευριπίδη και της Ανδριανής γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά (1937-1941). Από το 1935 ως το 1963 εργάστηκε στο Υπουργείο Εργασίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά και στην οποία επέστρεψε το 1945. Συμμετείχε ως εκπρόσωπος της χώρας μας σε διεθνείς συναντήσεις για θέματα εργασιακά και μεταναστευτικά. Το 1963 παντρεύτηκε την Ελένη Κουρεμπανά. Την περίοδο 1968-1969 ηγήθηκε αποστολής εμπειρογνωμοσύνης στις χώρες της Αφρικής μετά από ανάθεση της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας. Ως εκπρόσωπος της Ουνέσκο ταξίδεψε στην Αιθιοπία και δραστηριοποιήθηκε με άρθρα του για τη διεθνή κινητοποίηση υπέρ της επίλυσης των προβλημάτων των κατοίκων της χώρας. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ως ποιητής από τις στήλες των περιοδικών Παιδικός κόσμος και Διάπλασις των Παίδων. Ακολούθησαν δημοσιεύσεις του στις σελίδες της Νέας Εστίας και άλλων περιοδικών, όπως το Ξεκίνημα, και τα Νεοελληνικά Γράμματα. Συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό Ακτίνες μετά τον πόλεμο του 1940. Το 1954 εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ζητείται ελπίς. Ακολούθησαν πέντε ακόμη βιβλία του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος (1962 για το Αρνούμαι), το Βραβείο των Δώδεκα - Έπαθλο Κώστα Ουράνη (1966 για το Λάθος), το Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας στη Γαλλία (1970 για το Λάθος). Τιμήθηκε επίσης για τη συνολική προσφορά του από τη διοργάνωση Europalia (1982) και με το Σταυρό του ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών (1995). Μετά τη μεταπολίτευση δημοσίευσε κείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Διηγήματά του έγιναν σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες. Ταινία έγινε επίσης Το λάθος από τον Peter Fleischmann. Η πεζογραφία του Αντώνη Σαμαράκη τοποθετείται στο χώρο της κοινωνικής καταγγελίας. Μέσα από τα έργα του προβάλλει έντονη η αγωνία για την πορεία του σύγχρονου κόσμου, η κοινωνική συνείδηση και η ανθρωπιστική κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Η γλώσσα του είναι απλή, χωρίς επιτηδευμένο ύφος, ξεχωρίζει κυρίως για την πυκνότητα των νοημάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ευρηματικότητα στην εξέλιξη και το τέλος της δράσης και η συχνή χρήση οπτικής χρήσης του λόγου (κείμενα δακτυλογραφημένα, σκίτσα, κ.α.). 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αντώνη Σαμαράκη βλ. Δασκαλόπουλος Δημήτρης «Αντώνης Σαμαράκης», Η μεταπολεμική πεζογραφία · Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ‘67Ζ΄, σ.54-99. Αθήνα, Σοκόλης, 1988, Ζήρας Αλεξ., «Σαμαράκης Αντώνης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Παππάς Γιάννης Η. – Σκιαθάς Αντώνης Δ., «Σχεδίασμα εργοβιογραφίας Αντώνη Σαμαράκη», Ελί-τροχος17-18 (Πάτρα), Χειμώνας – Άνοιξη 1999, σ.7-13.
Πηγή : Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

"Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου"

 Πολλές πληροφορίες για το απόσπασμα του σχολικού μας βιβλίου μπορείτε να βρείτε εδώ.


 Για την ανάλυση του αποσπάσματος πατήστε  εδώ.
(Παρουσίαση : slideshare )

Δ. Χατζής Βιογραφία

Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
Χατζής Δημήτρης

  

Τόπος Γέννησης:Ιωάννινα
Έτος Γέννησης:1913
Έτος Θανάτου:1981
Λογοτεχνικές Κατηγορίες:Πεζογραφία
Δοκίμιο

Βιογραφικό Σημείωμα
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ (1913-1981)


Ο Δημήτρης Χατζής γεννήθηκε στα Γιάννενα, γιος του Γεώργιου Χατζή, ποιητή (έγραφε με το ψευδώνυμο Πελλερέν) και εκδότη της εφημερίδας Ήπειρος , και της Αθηνάς το γένος Κυριακοπούλου από το Αίγιο. Είχε έξι αδέρφια. Παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα στην Ιόνιο Σχολή της Αθήνας, αναγκάστηκε όμως να διακόψει το 1930 μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του και επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου ανέλαβε τη συνέχιση της έκδοσης της εφημερίδας και τη συντήρηση της οικογένειάς του. Εκεί τέλειωσε το Γυμνάσιο (Ζωσιμαία Σχολή) και στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του για οικονομικούς λόγους. Το 1932 ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με μαρξιστικούς κύκλους και το 1935 γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. και υπηρέτησε την ιδεολογία του στα Γιάννενα. Ένα χρόνο αργότερα τον συνέλαβε η αστυνομία του Μεταξά και το δικτατορικό καθεστώς τον εξόρισε στη Φελέγανδρο (επέστρεψε το 1937). Μετά την έισοδο των Γερμανών στη χώρα έφυγε για την Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στο ΕΑΜ και στη συνέχεια βγήκε στο αντάρτικο · συνεργάστηκε με τον αντιστασιακό τύπο και στη συνέχεια με την εφημερίδα Ελεύθερη Ελλάδα, στην οποία παρέμεινε ως υπέυθυνος σύνταξης ως το κλείσιμό της (1947). Το καλοκαίρι του 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία. Μετά το τέλος του εμφυλίου κατέφυγε ως πολιτικός πρόσφυγας αρχικά στη Ρουμανία και στη συνέχεια στην Ουγγαρία, (που έγινε η δεύτερη πατρίδα του · εκεί έμεινε για τριάντα περίπου χρόνια και έκανε τον πρώτο του γαμο), όπου μελέτησε βυζαντινή και μεταβυζαντινή ιστορία και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, κοντά στον καθηγητή Γκιούλα Μόραβσικ. Με τη βοήθεια του προηγουμένου πραγματοποίησε ερευνητική εργασία και διδακτορική διατριβή με θέμα Οι μονωδίες για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, με υποτροφία στην Ακαδημία Επιστημών του Ανατολικού Βερολίνου. Το 1962 επέστρεψε στη Βουδαπέστη, όπου εργάστηκε ως βοηθός καθηγητής στην έδρα της βυζαντινής φιλολογίας και ίδρυσε το Νεοελληνικό Ινστιτούτο, ενώ παράλληλα δημοσίευσε επιστημονικές μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά και υπήρξε επιμελητής των εκδόσεων μεταφράσεων νεοελλήνων λογοτεχνών στα ουγγρικά από τον εκδοτικό οίκο Europa. Το 1967 η δικτατορία του Παπαδόπουλου του απαγόρευσε την επιστροφή στην Ελλάδα. Το 1968 έφυγε από την Ουγγαρία, έχοντας προηγουμένως αρνηθεί την ουγγρική υπηκοότητα και ταξίδεψε για λίγο στο Παρίσι, κατόπιν πιέσεων της γαλλικής αστυνομίας να ζητήσει πολιτικό άσυλο όμως, αρνήθηκε τη θέση βοηθού στην έδρα νεοελληνικών σπουδών που του προσφέρθηκε από το Πανεπιστήμιο και γύρισε στη Βουδαπέστη. Το 1973 εργάστηκε ως καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και δημοσίευσε μαζί με τον Θανάση Χατζή ένα βιβλίο για τη δικτατορία στην Ελλάδα, όπου επέστρεψε οριστικά το καλοκαίρι του 1975, όταν ακυρώθηκαν οι δυο καταδίκες σε θάνατο για λιποταξία, που τον βάρυναν από την εποχή του εμφυλίου. Το 1975 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στη Σχολή Μηχανολόγων του Πανεπιστημίου Πατρών με μεγάλη επιτυχία · μετά από αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων του Πανεπιστημίου και του Υπουργείου Παιδείας, τα μαθήματα διακόπηκαν. Από το 1975 ως το 1980 ανέπτυξε έντονη πολιτιστική δραστηριότητα, δίνοντας διαλέξεις και συμμετέχοντας σε συζητήσεις σε σχολεία και πανεπιστήμια. Την ίδια περίοδο συνεργάστηκε με τα περιοδικά Δομή και Αντί και εξέδωσε το περιοδικό Πρίσμα, που κυκλοφόρησε τέσσερα τεύχη (το τελευταίο μετά το θάνατό του). Το 1979 παντρεύτηκε την ιστορικό Καίτη Χατζή, με την οποιά απέκτησε μια κόρη την Ελένη - Αγγελίνα. Πέθανε σε σπίτι φίλων στη Σαρωνίδα από καρκίνο των βρόγχων. Οι πρώτες λογοτεχνικές προσπάθειες του Δημήτρη Χατζή τοποθετούνται γύρω στο 1930, οπότε άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε εφημερίδες της Ηπείρου. Το 1947 εκδόθηκε το μηθιστόρημά του Η Φωτιά. Ακολούθησαν τέσσερις συλλογές διηγημάτων και ένα ακόμη μυθιστόρημα, καθώς επίσης πολλά δημοσιεύματά του σε εφημερίδες και περιοδικά, που παρέμειναν ανέκδοτα. Το έργο του τοποθετείται στο χώρο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ανήκει στους ανανεωτές ρεαλιστές συγγραφείς της μεταπολεμικής ελληνικής πεζογραφίας με κυρίαρχο στοιχείο της γραφής του τον κοινωνικό προβληματισμό. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η συχνά έντονα λυρική διάσταση του λόγου του και η ιδιαίτερη προσοχή που έδωσε στη γλωσσική του έκφραση.
 Πηγη : Εθνικό Κέντρο Βιβλίου